Matouš 22
Kralice Bible (1613)Translation
Kralice Bible (1613)
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
1I odpovídaje Ježíš, mluvil jim opět v podobenstvích, řka:
1και αποκριθεισ ο ιησουσ παλιν ειπεν αυτοισ εν παραβολαισ λεγων
2Podobno jest království nebeské člověku králi, kterýž učinil svadbu synu svému.
2ωμοιωθη η βασιλεια των ουρανων ανθρωπω βασιλει οστισ εποιησεν γαμουσ τω υιω αυτου
3I poslal služebníky své, aby povolali pozvaných na svadbu; a oni nechtěli přijíti.
3και απεστειλεν τουσ δουλουσ αυτου καλεσαι τουσ κεκλημενουσ εισ τουσ γαμουσ και ουκ ηθελον ελθειν
4Opět poslal jiné služebníky, řka: Povězte pozvaným: Aj, oběd můj připravil jsem, volové moji a krmný dobytek zbit jest, a všecko hotovo. Pojďtež na svadbu.
4παλιν απεστειλεν αλλουσ δουλουσ λεγων ειπατε τοισ κεκλημενοισ ιδου το αριστον μου ητοιμασα οι ταυροι μου και τα σιτιστα τεθυμενα και παντα ετοιμα δευτε εισ τουσ γαμουσ
5Ale oni nedbavše na to, odešli, jiný do vsi své a jiný po kupectví svém.
5οι δε αμελησαντεσ απηλθον ο μεν εισ τον ιδιον αγρον ο δε εισ την εμποριαν αυτου
6Jiní pak zjímavše služebníky jeho a posměch jim učinivše, zmordovali.
6οι δε λοιποι κρατησαντεσ τουσ δουλουσ αυτου υβρισαν και απεκτειναν
7A uslyšav to král, rozhněval se; a poslav vojska svá, zhubil vražedníky ty a město jejich zapálil.
7και ακουσασ ο βασιλευσ εκεινοσ ωργισθη και πεμψασ τα στρατευματα αυτου απωλεσεν τουσ φονεισ εκεινουσ και την πολιν αυτων ενεπρησεν
8Tedy řekl služebníkům svým: Svadba zajisté hotova jest, ale ti, kteříž pozváni byli, nebyli hodni.
8τοτε λεγει τοισ δουλοισ αυτου ο μεν γαμοσ ετοιμοσ εστιν οι δε κεκλημενοι ουκ ησαν αξιοι
9Protož jděte na rozcestí, a kteréžkoli naleznete, zovtež na svadbu.
9πορευεσθε ουν επι τασ διεξοδουσ των οδων και οσουσ αν ευρητε καλεσατε εισ τουσ γαμουσ
10I vyšedše služebníci ti na cesty, shromáždili všecky, kteréžkoli nalezli, zlé i dobré. A naplněna jest svadba hodovníky.
10και εξελθοντεσ οι δουλοι εκεινοι εισ τασ οδουσ συνηγαγον παντασ οσουσ ευρον πονηρουσ τε και αγαθουσ και επλησθη ο γαμοσ ανακειμενων
11Tedy všed král, aby pohleděl na hodovníky, uzřel tam člověka neoděného rouchem svadebním.
11εισελθων δε ο βασιλευσ θεασασθαι τουσ ανακειμενουσ ειδεν εκει ανθρωπον ουκ ενδεδυμενον ενδυμα γαμου
12I řekl jemu: Příteli, kteraks ty sem všel, nemaje roucha svadebního? A on oněměl.
12και λεγει αυτω εταιρε πωσ εισηλθεσ ωδε μη εχων ενδυμα γαμου ο δε εφιμωθη
13Tedy řekl král služebníkům: Svížíce ruce jeho i nohy, vezměte ho, a uvrztež jej do temností zevnitřních. Tamť bude pláč a škřipení zubů.
13τοτε ειπεν ο βασιλευσ τοισ διακονοισ δησαντεσ αυτου ποδασ και χειρασ αρατε αυτον και εκβαλετε εισ το σκοτοσ το εξωτερον εκει εσται ο κλαυθμοσ και ο βρυγμοσ των οδοντων
14Nebo mnoho jest povolaných, ale málo vyvolených.
14πολλοι γαρ εισιν κλητοι ολιγοι δε εκλεκτοι
15Tedy odšedše farizeové, radili se, jak by polapili jej v řeči.
15τοτε πορευθεντεσ οι φαρισαιοι συμβουλιον ελαβον οπωσ αυτον παγιδευσωσιν εν λογω
16I poslali k němu učedlníky své s herodiány, řkouce: Mistře, víme, že pravdomluvný jsi a cestě Boží v pravdě učíš a nedbáš na žádného; nebo nepatříš na osobu lidskou.
16και αποστελλουσιν αυτω τουσ μαθητασ αυτων μετα των ηρωδιανων λεγοντεσ διδασκαλε οιδαμεν οτι αληθησ ει και την οδον του θεου εν αληθεια διδασκεισ και ου μελει σοι περι ουδενοσ ου γαρ βλεπεισ εισ προσωπον ανθρωπων
17Protož pověz nám, co se tobě zdá: Sluší-li daň dáti císaři, čili nic?
17ειπε ουν ημιν τι σοι δοκει εξεστιν δουναι κηνσον καισαρι η ου
18Znaje pak Ježíš zlost jejich, řekl: Co mne pokoušíte, pokrytci?
18γνουσ δε ο ιησουσ την πονηριαν αυτων ειπεν τι με πειραζετε υποκριται
19Ukažte mi peníz daně. A oni podali mu peníze.
19επιδειξατε μοι το νομισμα του κηνσου οι δε προσηνεγκαν αυτω δηναριον
20I řekl jim: Èí jest tento obraz a svrchu napsání?
20και λεγει αυτοισ τινοσ η εικων αυτη και η επιγραφη
21Řekli mu: Císařův. Tedy dí jim: Dejtež, co jest císařova, císaři, a co jest Božího, Bohu.
21λεγουσιν αυτω καισαροσ τοτε λεγει αυτοισ αποδοτε ουν τα καισαροσ καισαρι και τα του θεου τω θεω
22To uslyšavše, divili se, a opustivše jej, odešli.
22και ακουσαντεσ εθαυμασαν και αφεντεσ αυτον απηλθον
23V ten den přišli k němu saduceové, kteříž praví, že není z mrtvých vstání. I otázali se ho,
23εν εκεινη τη ημερα προσηλθον αυτω σαδδουκαιοι οι λεγοντεσ μη ειναι αναστασιν και επηρωτησαν αυτον
24Řkouce: Mistře, Mojžíš pověděl: Umřel-li by kdo, nemaje dětí, aby bratr jeho právem švagrovství pojal ženu jeho a vzbudil símě bratru svému.
24λεγοντεσ διδασκαλε μωσησ ειπεν εαν τισ αποθανη μη εχων τεκνα επιγαμβρευσει ο αδελφοσ αυτου την γυναικα αυτου και αναστησει σπερμα τω αδελφω αυτου
25I bylo u nás sedm bratrů. První pojav ženu, umřel, a nemaje semene, zůstavil ženu svou bratru svému.
25ησαν δε παρ ημιν επτα αδελφοι και ο πρωτοσ γαμησασ ετελευτησεν και μη εχων σπερμα αφηκεν την γυναικα αυτου τω αδελφω αυτου
26Takž podobně i druhý, i třetí, až do sedmého.
26ομοιωσ και ο δευτεροσ και ο τριτοσ εωσ των επτα
27Nejposléze pak po všech umřela i žena.
27υστερον δε παντων απεθανεν και η γυνη
28Protož při vzkříšení kterého z těch sedmi bude žena? Nebo všickni ji měli.
28εν τη ουν αναστασει τινοσ των επτα εσται γυνη παντεσ γαρ εσχον αυτην
29I odpověděv Ježíš, řekl jim: Bloudíte, neznajíce Písem ani moci Boží.
29αποκριθεισ δε ο ιησουσ ειπεν αυτοισ πλανασθε μη ειδοτεσ τασ γραφασ μηδε την δυναμιν του θεου
30Však při vzkříšení ani se nebudou ženiti ani vdávati, ale budou jako andělé Boží v nebi.
30εν γαρ τη αναστασει ουτε γαμουσιν ουτε εκγαμιζονται αλλ ωσ αγγελοι του θεου εν ουρανω εισιν
31O vzkříšení pak mrtvých zdaliž jste nečtli, co jest vám povědíno od Boha, kterýž takto dí:
31περι δε τησ αναστασεωσ των νεκρων ουκ ανεγνωτε το ρηθεν υμιν υπο του θεου λεγοντοσ
32Já jsem Bůh Abrahamův a Bůh Izákův a Bůh Jákobův; a Bůhť není Bůh mrtvých, ale živých.
32εγω ειμι ο θεοσ αβρααμ και ο θεοσ ισαακ και ο θεοσ ιακωβ ουκ εστιν ο θεοσ θεοσ νεκρων αλλα ζωντων
33A slyševše to zástupové, divili se učení jeho.
33και ακουσαντεσ οι οχλοι εξεπλησσοντο επι τη διδαχη αυτου
34Farizeové pak uslyšavše, že by k mlčení přivedl saducejské, sešli se v jedno.
34οι δε φαρισαιοι ακουσαντεσ οτι εφιμωσεν τουσ σαδδουκαιουσ συνηχθησαν επι το αυτο
35I otázal se ho jeden z nich zákoník nějaký, pokoušeje ho, a řka:
35και επηρωτησεν εισ εξ αυτων νομικοσ πειραζων αυτον και λεγων
36Mistře, které jest přikázání veliké v Zákoně?
36διδασκαλε ποια εντολη μεγαλη εν τω νομω
37I řekl mu Ježíš: Milovati budeš Pána Boha svého z celého srdce svého a ze vší duše své a ze vší mysli své.
37ο δε ιησουσ εφη αυτω αγαπησεισ κυριον τον θεον σου εν ολη καρδια σου και εν ολη ψυχη σου και εν ολη τη διανοια σου
38To jest přední a veliké přikázání.
38αυτη εστιν πρωτη και μεγαλη εντολη
39Druhé pak jest podobné tomu: Milovati budeš bližního svého jako sebe samého.
39δευτερα δε ομοια αυτη αγαπησεισ τον πλησιον σου ωσ σεαυτον
40Na těch dvou přikázáních všecken Zákon záleží i Proroci.
40εν ταυταισ ταισ δυσιν εντολαισ ολοσ ο νομοσ και οι προφηται κρεμανται
41A když se sešli farizeové, otázal se jich Ježíš,
41συνηγμενων δε των φαρισαιων επηρωτησεν αυτουσ ο ιησουσ
42Řka: Co se vám zdá o Kristu? Èí jest syn? Řkou jemu: Davidův.
42λεγων τι υμιν δοκει περι του χριστου τινοσ υιοσ εστιν λεγουσιν αυτω του δαυιδ
43Dí jim: Kterakž pak David v Duchu nazývá ho Pánem, řka:
43λεγει αυτοισ πωσ ουν δαυιδ εν πνευματι κυριον αυτον καλει λεγων
44Řekl Pán Pánu mému: Seď na pravici mé, dokavadž nepodložím nepřátel tvých, aby byli za podnože noh tvých?
44ειπεν ο κυριοσ τω κυριω μου καθου εκ δεξιων μου εωσ αν θω τουσ εχθρουσ σου υποποδιον των ποδων σου
45Poněvadž tedy David Pánem ho nazývá, i kterakž syn jeho jest?
45ει ουν δαυιδ καλει αυτον κυριον πωσ υιοσ αυτου εστιν
46A nižádný nemohl jemu odpovědíti slova, aniž se odvážil kdo více od toho dne jeho se nač tázati.
46και ουδεισ εδυνατο αυτω αποκριθηναι λογον ουδε ετολμησεν τισ απ εκεινησ τησ ημερασ επερωτησαι αυτον ουκετι
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.