Atos
Chapter 12
Bíblia Portuguesa Mundia…

Read in

Smith–Van Dyck Arabic Bible (فان دايك)Judson Burmese Bible (1840)Chamorro: Gospels, Acts and PsalmsChinese Union Version, punctuated (Simplified)Chinese Union Version, punctuated (Traditional)Coptic New TestamentCoptic New Testament (Bohairic)Kralice Bible (1613)Testamenta Marra (Dieri New Testament)Petrus Canisius Bible, 1939 (De Heilige Schrift)Asang Khongca Bible (Eastern Khumi Chin, 2019)Berean Standard BibleDouay-Rheims Bible, American Edition (1899)King James Version with ApocryphaWorld English BibleLondona Biblio (Esperanto, 1910)Louis Segond 1910Lutherbibel 1912Greek New Testament, word by word (STEPBible TAGNT)Greek New Testament: 1904 Patriarchal Text (Byzantine)Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)Greek New Testament: Textus ReceptusSBL Greek New TestamentBaibala Hemolele (Hawaiian Bible, 1868 revision)Modern Hebrew BibleDiodati Bibbia 1885Freedom Bible (フリーダム・バイブル)Korean Bible, 1910 (한국어 성경)Bible Mutal (Kosraean)Clementine Vulgate, 1598Baibal Olcim (Matupi Chin)Old Persian Version (ترجمه قدیم)Kadede Kap (Pohnpeian New Testament and Psalms)Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)Cornilescu Bible (1924), Cyrillic scriptSynodal Translation (Синодальный перевод)Daničić–Karadžić Bible (1868), CyrillicReina-Valera 1909Biblia Takatifu (Swahili): New Testament portionsFreedom Bible (Thai)Tongan Bible, Revised West VersionKulish and Puluj Bible (1905)Vietnamese Bible (1923 translation)
vs Greek New Testamen…
Aa
Text size
Line width
Verse numbers
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
1Por aquele mesmo tempo, o rei Herodes começou a maltratar alguns membros da igreja.
1κατ εκεινον δε τον καιρον επεβαλεν ηρωδησ ο βασιλευσ τασ χειρασ κακωσαι τινασ των απο τησ εκκλησιασ
2Ele matou Tiago, irmão de João, à espada.
2ανειλεν δε ιακωβον τον αδελφον ιωαννου μαχαιρα
3Vendo que isso agradava aos judeus, mandou prender também Pedro. Isso foi durante os dias dos pães asmos.
3και ιδων οτι αρεστον εστιν τοισ ιουδαιοισ προσεθετο συλλαβειν και πετρον ησαν δε αι ημεραι των αζυμων
4Depois de prendê-lo, colocou-o na prisão e o entregou a quatro grupos de quatro soldados cada para guardá-lo, com a intenção de apresentá-lo ao povo depois da Páscoa.
4ον και πιασασ εθετο εισ φυλακην παραδουσ τεσσαρσιν τετραδιοισ στρατιωτων φυλασσειν αυτον βουλομενοσ μετα το πασχα αναγαγειν αυτον τω λαω
5Pedro, pois, era guardado na prisão, mas a igreja orava continuamente a Deus por ele.
5ο μεν ουν πετροσ ετηρειτο εν τη φυλακη προσευχη δε ην εκτενησ γινομενη υπο τησ εκκλησιασ προσ τον θεον υπερ αυτου
6Naquela mesma noite, quando Herodes estava para apresentá-lo, Pedro dormia entre dois soldados, acorrentado com duas cadeias. Guardas em frente à porta vigiavam a prisão.
6οτε δε εμελλεν αυτον προαγειν ο ηρωδησ τη νυκτι εκεινη ην ο πετροσ κοιμωμενοσ μεταξυ δυο στρατιωτων δεδεμενοσ αλυσεσιν δυσιν φυλακεσ τε προ τησ θυρασ ετηρουν την φυλακην
7E eis que um anjo do Senhor apareceu ao lado dele, e uma luz brilhou na cela. Ele tocou no lado de Pedro e o acordou, dizendo: “Levante-se depressa!” E as cadeias caíram de suas mãos.
7και ιδου αγγελοσ κυριου επεστη και φωσ ελαμψεν εν τω οικηματι παταξασ δε την πλευραν του πετρου ηγειρεν αυτον λεγων αναστα εν ταχει και εξεπεσον αυτου αι αλυσεισ εκ των χειρων
8O anjo lhe disse: “Vista-se e calce as suas sandálias.” Ele assim o fez. Disse-lhe mais: “Ponha a sua capa e siga-me.”
8ειπεν τε ο αγγελοσ προσ αυτον περιζωσαι και υποδησαι τα σανδαλια σου εποιησεν δε ουτωσ και λεγει αυτω περιβαλου το ιματιον σου και ακολουθει μοι
9Ele saiu e o seguiu. Não sabia que o que o anjo fazia era real, mas pensava que via uma visão.
9και εξελθων ηκολουθει αυτω και ουκ ηδει οτι αληθεσ εστιν το γινομενον δια του αγγελου εδοκει δε οραμα βλεπειν
10Quando passaram pelo primeiro e pelo segundo posto de guarda, chegaram ao portão de ferro que dá para a cidade, o qual se abriu por si mesmo para eles. Saíram e desceram por uma rua, e imediatamente o anjo o deixou.
10διελθοντεσ δε πρωτην φυλακην και δευτεραν ηλθον επι την πυλην την σιδηραν την φερουσαν εισ την πολιν ητισ αυτοματη ηνοιχθη αυτοισ και εξελθοντεσ προηλθον ρυμην μιαν και ευθεωσ απεστη ο αγγελοσ απ αυτου
11Quando Pedro caiu em si, disse: “Agora sei verdadeiramente que o Senhor enviou o seu anjo e me livrou do poder de Herodes e de tudo o que o povo judeu esperava.”
11και ο πετροσ γενομενοσ εν εαυτω ειπεν νυν οιδα αληθωσ οτι εξαπεστειλεν κυριοσ τον αγγελον αυτου και εξειλετο με εκ χειροσ ηρωδου και πασησ τησ προσδοκιασ του λαου των ιουδαιων
12Pensando nisso, ele foi à casa de Maria, mãe de João, chamado Marcos, onde muitos estavam reunidos e oravam.
12συνιδων τε ηλθεν επι την οικιαν μαριασ τησ μητροσ ιωαννου του επικαλουμενου μαρκου ου ησαν ικανοι συνηθροισμενοι και προσευχομενοι
13Quando Pedro bateu à porta do portão, uma serva chamada Rode veio atender.
13κρουσαντοσ δε του πετρου την θυραν του πυλωνοσ προσηλθεν παιδισκη υπακουσαι ονοματι ροδη
14Quando ela reconheceu a voz de Pedro, de tanta alegria não abriu o portão, mas correu para dentro e anunciou que Pedro estava em pé em frente ao portão.
14και επιγνουσα την φωνην του πετρου απο τησ χαρασ ουκ ηνοιξεν τον πυλωνα εισδραμουσα δε απηγγειλεν εσταναι τον πετρον προ του πυλωνοσ
15Eles lhe disseram: “Você está louca!” Mas ela insistia que era assim. Eles disseram: “É o seu anjo.”
15οι δε προσ αυτην ειπον μαινη η δε διισχυριζετο ουτωσ εχειν οι δε ελεγον ο αγγελοσ αυτου εστιν
16Mas Pedro continuava batendo. Quando abriram, eles o viram e ficaram espantados.
16ο δε πετροσ επεμενεν κρουων ανοιξαντεσ δε ειδον αυτον και εξεστησαν
17Mas ele, fazendo-lhes sinal com a mão para que se calassem, declarou-lhes como o Senhor o havia tirado da prisão. E disse: “Contem estas coisas a Tiago e aos irmãos.” Então ele saiu e foi para outro lugar.
17κατασεισασ δε αυτοισ τη χειρι σιγαν διηγησατο αυτοισ πωσ ο κυριοσ αυτον εξηγαγεν εκ τησ φυλακησ ειπεν δε απαγγειλατε ιακωβω και τοισ αδελφοισ ταυτα και εξελθων επορευθη εισ ετερον τοπον
18Logo que amanheceu, houve grande alvoroço entre os soldados sobre o que teria acontecido a Pedro.
18γενομενησ δε ημερασ ην ταραχοσ ουκ ολιγοσ εν τοισ στρατιωταισ τι αρα ο πετροσ εγενετο
19Quando Herodes o procurou e não o encontrou, interrogou os guardas e ordenou que fossem executados. Ele desceu da Judeia para Cesareia e ali permaneceu.
19ηρωδησ δε επιζητησασ αυτον και μη ευρων ανακρινασ τουσ φυλακασ εκελευσεν απαχθηναι και κατελθων απο τησ ιουδαιασ εισ την καισαρειαν διετριβεν
20Ora, Herodes estava muito irado com o povo de Tiro e de Sidom. Eles foram juntos falar com Herodes e, depois de conseguirem o apoio de Blasto, assistente pessoal do rei, pediram paz, porque o seu país dependia do país do rei para obter alimento.
20ην δε ο ηρωδησ θυμομαχων τυριοισ και σιδωνιοισ ομοθυμαδον δε παρησαν προσ αυτον και πεισαντεσ βλαστον τον επι του κοιτωνοσ του βασιλεωσ ητουντο ειρηνην δια το τρεφεσθαι αυτων την χωραν απο τησ βασιλικησ
21Em um dia designado, Herodes vestiu-se com trajes reais, assentou-se no trono e lhes fez um discurso.
21τακτη δε ημερα ο ηρωδησ ενδυσαμενοσ εσθητα βασιλικην και καθισασ επι του βηματοσ εδημηγορει προσ αυτουσ
22O povo gritava: “É a voz de um deus, e não de um homem!”
22ο δε δημοσ επεφωνει φωνη θεου και ουκ ανθρωπου
23Imediatamente um anjo do Senhor o feriu, porque ele não deu glória a Deus. Então ele foi comido por vermes e morreu.
23παραχρημα δε επαταξεν αυτον αγγελοσ κυριου ανθ ων ουκ εδωκεν δοξαν τω θεω και γενομενοσ σκωληκοβρωτοσ εξεψυξεν
24Mas a palavra de Deus crescia e se multiplicava.
24ο δε λογοσ του θεου ηυξανεν και επληθυνετο
25Barnabé e Saulo voltaram para Jerusalém quando cumpriram o seu serviço, levando também com eles João, que era chamado Marcos.
25βαρναβασ δε και σαυλοσ υπεστρεψαν εισ ιερουσαλημ πληρωσαντεσ την διακονιαν συμπαραλαβοντεσ και ιωαννην τον επικληθεντα μαρκον

Tip: use the ← and → keys to turn chapters.