ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 4
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)Original language
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
1και παλιν ηρξατο διδασκειν παρα την θαλασσαν και συνηχθη προσ αυτον οχλοσ πολυσ ωστε αυτον εμβαντα εισ το πλοιον καθησθαι εν τη θαλασση και πασ ο οχλοσ προσ την θαλασσαν επι τησ γησ ην
1Novamente ele começou a ensinar à beira-mar. Uma grande multidão se reuniu ao seu redor, de modo que ele entrou num barco no mar e assentou-se. Toda a multidão estava em terra, à beira-mar.
2και εδιδασκεν αυτουσ εν παραβολαισ πολλα και ελεγεν αυτοισ εν τη διδαχη αυτου
2Ele lhes ensinava muitas coisas por parábolas, e lhes dizia em seu ensino:
3ακουετε ιδου εξηλθεν ο σπειρων του σπειραι
3“Ouçam! Eis que o semeador saiu a semear.
4και εγενετο εν τω σπειρειν ο μεν επεσεν παρα την οδον και ηλθεν τα πετεινα και κατεφαγεν αυτο
4Enquanto semeava, alguma semente caiu à beira do caminho, e as aves vieram e a devoraram.
5αλλο δε επεσεν επι το πετρωδεσ οπου ουκ ειχεν γην πολλην και ευθεωσ εξανετειλεν δια το μη εχειν βαθοσ γησ
5Outra caiu em solo rochoso, onde não havia muita terra, e logo brotou, porque a terra não era profunda.
6ηλιου δε ανατειλαντοσ εκαυματισθη και δια το μη εχειν ριζαν εξηρανθη
6Mas quando o sol nasceu, ela foi queimada; e, por não ter raiz, secou.
7και αλλο επεσεν εισ τασ ακανθασ και ανεβησαν αι ακανθαι και συνεπνιξαν αυτο και καρπον ουκ εδωκεν
7Outra caiu entre os espinhos, e os espinhos cresceram e a sufocaram, e ela não deu fruto.
8και αλλο επεσεν εισ την γην την καλην και εδιδου καρπον αναβαινοντα και αυξανοντα και εφερεν εν τριακοντα και εν εξηκοντα και εν εκατον
8Outra caiu em boa terra e deu fruto, brotando e crescendo. Uma produziu trinta, outra sessenta, e outra cem vezes mais.”
9και ελεγεν ο εχων ωτα ακουειν ακουετω
9Ele disse: “Quem tem ouvidos para ouvir, ouça.”
10οτε δε εγενετο καταμονασ ηρωτησαν αυτον οι περι αυτον συν τοισ δωδεκα την παραβολην
10Quando ele ficou sozinho, os que estavam ao seu redor com os doze lhe perguntaram sobre as parábolas.
11και ελεγεν αυτοισ υμιν δεδοται γνωναι το μυστηριον τησ βασιλειασ του θεου εκεινοισ δε τοισ εξω εν παραβολαισ τα παντα γινεται
11Ele lhes disse: “A vocês é dado o mistério do Reino de Deus, mas aos que estão de fora, todas as coisas são ditas por parábolas,
12ινα βλεποντεσ βλεπωσιν και μη ιδωσιν και ακουοντεσ ακουωσιν και μη συνιωσιν μηποτε επιστρεψωσιν και αφεθη αυτοισ τα αμαρτηματα
12para que 'vendo, vejam e não percebam, e ouvindo, ouçam e não entendam, para que não se convertam e os seus pecados lhes sejam perdoados'.”
13και λεγει αυτοισ ουκ οιδατε την παραβολην ταυτην και πωσ πασασ τασ παραβολασ γνωσεσθε
13Então ele lhes disse: “Vocês não entendem esta parábola? Como então entenderão todas as parábolas?
14ο σπειρων τον λογον σπειρει
14O semeador semeia a palavra.
15ουτοι δε εισιν οι παρα την οδον οπου σπειρεται ο λογοσ και οταν ακουσωσιν ευθεωσ ερχεται ο σατανασ και αιρει τον λογον τον εσπαρμενον εν ταισ καρδιαισ αυτων
15Os que estão à beira do caminho são aqueles em quem a palavra é semeada; quando a ouvem, logo vem Satanás e tira a palavra que neles foi semeada.
16και ουτοι εισιν ομοιωσ οι επι τα πετρωδη σπειρομενοι οι οταν ακουσωσιν τον λογον ευθεωσ μετα χαρασ λαμβανουσιν αυτον
16Da mesma forma, os que recebem a semente em terreno rochoso são aqueles que, ao ouvirem a palavra, logo a recebem com alegria.
17και ουκ εχουσιν ριζαν εν εαυτοισ αλλα προσκαιροι εισιν ειτα γενομενησ θλιψεωσ η διωγμου δια τον λογον ευθεωσ σκανδαλιζονται
17Mas eles não têm raiz em si mesmos e duram pouco. Quando surge opressão ou perseguição por causa da palavra, logo tropeçam.
18και ουτοι εισιν οι εισ τασ ακανθασ σπειρομενοι οι τον λογον ακουοντεσ
18Outros são os que recebem a semente entre os espinhos. Estes são os que ouvem a palavra,
19και αι μεριμναι του αιωνοσ τουτου και η απατη του πλουτου και αι περι τα λοιπα επιθυμιαι εισπορευομεναι συμπνιγουσιν τον λογον και ακαρποσ γινεται
19mas as preocupações desta era, o engano das riquezas e os desejos por outras coisas entram e sufocam a palavra, e ela se torna infrutífera.
20και ουτοι εισιν οι επι την γην την καλην σπαρεντεσ οιτινεσ ακουουσιν τον λογον και παραδεχονται και καρποφορουσιν εν τριακοντα και εν εξηκοντα και εν εκατον
20Os que recebem a semente em boa terra são os que ouvem a palavra, a aceitam e dão fruto, produzindo trinta, sessenta e cem vezes mais.”
21και ελεγεν αυτοισ μητι ο λυχνοσ ερχεται ινα υπο τον μοδιον τεθη η υπο την κλινην ουχ ινα επι την λυχνιαν επιτεθη
21Ele lhes disse: “Por acaso uma candeia é trazida para ser colocada debaixo de um cesto ou debaixo de uma cama? Não é colocada em um velador?
22ου γαρ εστιν τι κρυπτον ο εαν μη φανερωθη ουδε εγενετο αποκρυφον αλλ ινα εισ φανερον ελθη
22Pois não há nada oculto que não venha a ser revelado, nem nada escondido que não venha à luz.
23ει τισ εχει ωτα ακουειν ακουετω
23Se alguém tem ouvidos para ouvir, ouça.”
24και ελεγεν αυτοισ βλεπετε τι ακουετε εν ω μετρω μετρειτε μετρηθησεται υμιν και προστεθησεται υμιν τοισ ακουουσιν
24E disse-lhes: “Prestem atenção ao que vocês ouvem. Com a medida que vocês usarem, a mesma medida será usada para vocês; e ainda mais será dado a vocês que ouvem.
25οσ γαρ αν εχη δοθησεται αυτω και οσ ουκ εχει και ο εχει αρθησεται απ αυτου
25Pois a quem tem, mais lhe será dado; e ao que não tem, até o que tem lhe será tirado.”
26και ελεγεν ουτωσ εστιν η βασιλεια του θεου ωσ εαν ανθρωποσ βαλη τον σπορον επι τησ γησ
26Ele disse: “O Reino de Deus é como se um homem lançasse semente na terra,
27και καθευδη και εγειρηται νυκτα και ημεραν και ο σποροσ βλαστανη και μηκυνηται ωσ ουκ οιδεν αυτοσ
27e dormisse e se levantasse, de noite e de dia, e a semente brotasse e crescesse, sem que ele saiba como.
28αυτοματη γαρ η γη καρποφορει πρωτον χορτον ειτα σταχυν ειτα πληρη σιτον εν τω σταχυι
28Pois a terra por si mesma produz fruto: primeiro o broto, depois a espiga e, por fim, o grão cheio na espiga.
29οταν δε παραδω ο καρποσ ευθεωσ αποστελλει το δρεπανον οτι παρεστηκεν ο θερισμοσ
29Mas, quando o fruto amadurece, logo ele passa a foice, porque chegou a colheita.”
30και ελεγεν τινι ομοιωσωμεν την βασιλειαν του θεου η εν ποια παραβολη παραβαλωμεν αυτην
30Ele disse: “A que compararemos o Reino de Deus? Ou com que parábola o ilustraremos?
31ωσ κοκκον σιναπεωσ οσ οταν σπαρη επι τησ γησ μικροτεροσ παντων των σπερματων εστιν των επι τησ γησ
31É como um grão de mostarda, que, quando é semeado na terra, embora seja a menor de todas as sementes que há na terra,
32και οταν σπαρη αναβαινει και γινεται παντων των λαχανων μειζων και ποιει κλαδουσ μεγαλουσ ωστε δυνασθαι υπο την σκιαν αυτου τα πετεινα του ουρανου κατασκηνουν
32contudo, quando é semeado, cresce e se torna maior do que todas as hortaliças, e produz grandes ramos, de modo que as aves do céu podem se aninhar à sua sombra.”
33και τοιαυταισ παραβολαισ πολλαισ ελαλει αυτοισ τον λογον καθωσ εδυναντο ακουειν
33Com muitas parábolas semelhantes ele lhes anunciava a palavra, conforme podiam ouvir.
34χωρισ δε παραβολησ ουκ ελαλει αυτοισ κατ ιδιαν δε τοισ μαθηταισ αυτου επελυεν παντα
34Sem parábolas não lhes falava; mas em particular, aos seus próprios discípulos, ele explicava tudo.
35και λεγει αυτοισ εν εκεινη τη ημερα οψιασ γενομενησ διελθωμεν εισ το περαν
35Naquele dia, ao cair da tarde, ele lhes disse: “Passemos para o outro lado.”
36και αφεντεσ τον οχλον παραλαμβανουσιν αυτον ωσ ην εν τω πλοιω και αλλα δε πλοιαρια ην μετ αυτου
36Deixando a multidão, eles levaram Jesus consigo no barco em que ele já estava. Outros pequenos barcos também o acompanhavam.
37και γινεται λαιλαψ ανεμου μεγαλη τα δε κυματα επεβαλλεν εισ το πλοιον ωστε αυτο ηδη γεμιζεσθαι
37Levantou-se um forte vendaval, e as ondas batiam no barco, de modo que o barco já estava se enchendo de água.
38και ην αυτοσ επι τη πρυμνη επι το προσκεφαλαιον καθευδων και διεγειρουσιν αυτον και λεγουσιν αυτω διδασκαλε ου μελει σοι οτι απολλυμεθα
38Ele mesmo estava na popa, dormindo sobre um travesseiro; e eles o acordaram e lhe perguntaram: “Mestre, não te importas que pereçamos?”
39και διεγερθεισ επετιμησεν τω ανεμω και ειπεν τη θαλασση σιωπα πεφιμωσο και εκοπασεν ο ανεμοσ και εγενετο γαληνη μεγαλη
39Ele despertou, repreendeu o vento e disse ao mar: “Paz! Aquiete-se!” O vento cessou e houve grande calmaria.
40και ειπεν αυτοισ τι δειλοι εστε ουτωσ πωσ ουκ εχετε πιστιν
40Ele lhes disse: “Por que vocês estão com tanto medo? Como é que vocês não têm fé?”
41και εφοβηθησαν φοβον μεγαν και ελεγον προσ αλληλουσ τισ αρα ουτοσ εστιν οτι και ο ανεμοσ και η θαλασσα υπακουουσιν αυτω
41Eles ficaram com muito medo e diziam uns aos outros: “Quem é este, que até o vento e o mar lhe obedecem?”
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.