ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 12
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)Original language
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
1και ηρξατο αυτοισ εν παραβολαισ λεγειν αμπελωνα εφυτευσεν ανθρωποσ και περιεθηκεν φραγμον και ωρυξεν υποληνιον και ωκοδομησεν πυργον και εξεδοτο αυτον γεωργοισ και απεδημησεν
1Ele começou a falar-lhes por parábolas. “Um homem plantou uma vinha, colocou uma cerca ao redor dela, cavou um tanque para o lagar, construiu uma torre, arrendou-a a lavradores e viajou para outro país.
2και απεστειλεν προσ τουσ γεωργουσ τω καιρω δουλον ινα παρα των γεωργων λαβη απο του καρπου του αμπελωνοσ
2No tempo certo, ele enviou um servo aos lavradores para receber deles a sua parte do fruto da vinha.
3οι δε λαβοντεσ αυτον εδειραν και απεστειλαν κενον
3Eles o pegaram, o espancaram e o mandaram embora de mãos vazias.
4και παλιν απεστειλεν προσ αυτουσ αλλον δουλον κακεινον λιθοβολησαντεσ εκεφαλαιωσαν και απεστειλαν ητιμωμενον
4Novamente, ele lhes enviou outro servo; e eles atiraram pedras nele, feriram-no na cabeça e o mandaram embora depois de tratá-lo vergonhosamente.
5και παλιν αλλον απεστειλεν κακεινον απεκτειναν και πολλουσ αλλουσ τουσ μεν δεροντεσ τουσ δε αποκτενοντεσ
5Mais uma vez ele enviou outro, e eles o mataram, e a muitos outros, espancando uns e matando outros.
6ετι ουν ενα υιον εχων αγαπητον αυτου απεστειλεν και αυτον προσ αυτουσ εσχατον λεγων οτι εντραπησονται τον υιον μου
6Restava-lhe ainda um: seu filho amado. Ele o enviou por último a eles, dizendo: ‘Eles respeitarão o meu filho.’
7εκεινοι δε οι γεωργοι ειπον προσ εαυτουσ οτι ουτοσ εστιν ο κληρονομοσ δευτε αποκτεινωμεν αυτον και ημων εσται η κληρονομια
7Mas aqueles lavradores disseram entre si: ‘Este é o herdeiro. Venham, vamos matá-lo, e a herança será nossa.’
8και λαβοντεσ αυτον απεκτειναν και εξεβαλον εξω του αμπελωνοσ
8Eles o pegaram, o mataram e o lançaram fora da vinha.
9τι ουν ποιησει ο κυριοσ του αμπελωνοσ ελευσεται και απολεσει τουσ γεωργουσ και δωσει τον αμπελωνα αλλοισ
9O que fará, então, o senhor da vinha? Ele virá e destruirá os lavradores, e dará a vinha a outros.
10ουδε την γραφην ταυτην ανεγνωτε λιθον ον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντεσ ουτοσ εγενηθη εισ κεφαλην γωνιασ
10Vocês nunca leram esta Escritura: ‘A pedra que os construtores rejeitaram tornou-se a pedra angular.
11παρα κυριου εγενετο αυτη και εστιν θαυμαστη εν οφθαλμοισ ημων
11Isto veio do Senhor. E é maravilhoso aos nossos olhos’?”
12και εζητουν αυτον κρατησαι και εφοβηθησαν τον οχλον εγνωσαν γαρ οτι προσ αυτουσ την παραβολην ειπεν και αφεντεσ αυτον απηλθον
12Eles tentaram prendê-lo, mas temeram a multidão; pois perceberam que ele havia contado a parábola contra eles. Então o deixaram e foram embora.
13και αποστελλουσιν προσ αυτον τινασ των φαρισαιων και των ηρωδιανων ινα αυτον αγρευσωσιν λογω
13Eles enviaram a ele alguns dos fariseus e dos herodianos, para apanhá-lo em alguma coisa que dissesse.
14οι δε ελθοντεσ λεγουσιν αυτω διδασκαλε οιδαμεν οτι αληθησ ει και ου μελει σοι περι ουδενοσ ου γαρ βλεπεισ εισ προσωπον ανθρωπων αλλ επ αληθειασ την οδον του θεου διδασκεισ εξεστιν κηνσον καισαρι δουναι η ου
14Quando chegaram, perguntaram-lhe: “Mestre, sabemos que és íntegro e não te deixas influenciar por ninguém; pois não mostras parcialidade para com ninguém, mas ensinas verdadeiramente o caminho de Deus. É lícito pagar impostos a César, ou não?
15δωμεν η μη δωμεν ο δε ειδωσ αυτων την υποκρισιν ειπεν αυτοισ τι με πειραζετε φερετε μοι δηναριον ινα ιδω
15Devemos pagar, ou não devemos pagar?” Mas ele, conhecendo a hipocrisia deles, disse-lhes: “Por que vocês me testam? Tragam-me um denário, para que eu o veja.”
16οι δε ηνεγκαν και λεγει αυτοισ τινοσ η εικων αυτη και η επιγραφη οι δε ειπον αυτω καισαροσ
16Eles o trouxeram. Ele lhes perguntou: “De quem é esta imagem e inscrição?” Eles lhe disseram: “De César.”
17και αποκριθεισ ο ιησουσ ειπεν αυτοισ αποδοτε τα καισαροσ καισαρι και τα του θεου τω θεω και εθαυμασαν επ αυτω
17Jesus lhes respondeu: “Deem a César o que é de César, e a Deus o que é de Deus.” E eles ficaram muito admirados com ele.
18και ερχονται σαδδουκαιοι προσ αυτον οιτινεσ λεγουσιν αναστασιν μη ειναι και επηρωτησαν αυτον λεγοντεσ
18Alguns saduceus, que dizem não haver ressurreição, aproximaram-se dele. Eles lhe perguntaram, dizendo:
19διδασκαλε μωσησ εγραψεν ημιν οτι εαν τινοσ αδελφοσ αποθανη και καταλιπη γυναικα και τεκνα μη αφη ινα λαβη ο αδελφοσ αυτου την γυναικα αυτου και εξαναστηση σπερμα τω αδελφω αυτου
19“Mestre, Moisés nos escreveu: ‘Se o irmão de um homem morrer e deixar a esposa, e não deixar filhos, seu irmão deve casar-se com a esposa dele e suscitar descendência para o seu irmão.’
20επτα αδελφοι ησαν και ο πρωτοσ ελαβεν γυναικα και αποθνησκων ουκ αφηκεν σπερμα
20Havia sete irmãos. O primeiro casou-se e, morrendo, não deixou descendência.
21και ο δευτεροσ ελαβεν αυτην και απεθανεν και ουδε αυτοσ αφηκεν σπερμα και ο τριτοσ ωσαυτωσ
21O segundo casou-se com ela e morreu, não deixando filhos. O terceiro fez o mesmo;
22και ελαβον αυτην οι επτα και ουκ αφηκαν σπερμα εσχατη παντων απεθανεν και η γυνη
22e os sete se casaram com ela e não deixaram filhos. Por último, a mulher também morreu.
23εν τη αναστασει οταν αναστωσιν τινοσ αυτων εσται γυνη οι γαρ επτα εσχον αυτην γυναικα
23Na ressurreição, quando eles ressuscitarem, de qual deles ela será esposa? Pois os sete se casaram com ela.”
24και αποκριθεισ ο ιησουσ ειπεν αυτοισ ου δια τουτο πλανασθε μη ειδοτεσ τασ γραφασ μηδε την δυναμιν του θεου
24Jesus lhes respondeu: “Vocês não estão enganados justamente porque não conhecem as Escrituras nem o poder de Deus?
25οταν γαρ εκ νεκρων αναστωσιν ουτε γαμουσιν ουτε γαμισκονται αλλ εισιν ωσ αγγελοι οι εν τοισ ουρανοισ
25Pois, quando ressuscitarem dos mortos, eles não se casam nem são dados em casamento, mas são como os anjos no céu.
26περι δε των νεκρων οτι εγειρονται ουκ ανεγνωτε εν τη βιβλω μωσεωσ επι του βατου ωσ ειπεν αυτω ο θεοσ λεγων εγω ο θεοσ αβρααμ και ο θεοσ ισαακ και ο θεοσ ιακωβ
26Mas quanto aos mortos, que eles ressuscitam, vocês não leram no livro de Moisés, no relato sobre a Sarça, como Deus lhe falou, dizendo: ‘Eu sou o Deus de Abraão, o Deus de Isaque e o Deus de Jacó’?
27ουκ εστιν ο θεοσ νεκρων αλλα θεοσ ζωντων υμεισ ουν πολυ πλανασθε
27Ele não é Deus de mortos, mas de vivos. Portanto, vocês estão muito enganados.”
28και προσελθων εισ των γραμματεων ακουσασ αυτων συζητουντων ειδωσ οτι καλωσ αυτοισ απεκριθη επηρωτησεν αυτον ποια εστιν πρωτη παντων εντολη
28Um dos escribas aproximou-se e os ouviu discutindo. Sabendo que Jesus lhes havia respondido bem, perguntou-lhe: “Qual mandamento é o maior de todos?”
29ο δε ιησουσ απεκριθη αυτω οτι πρωτη παντων των εντολων ακουε ισραηλ κυριοσ ο θεοσ ημων κυριοσ εισ εστιν
29Jesus respondeu: “O maior é: ‘Ouça, Israel, o Senhor nosso Deus, o Senhor é único.
30και αγαπησεισ κυριον τον θεον σου εξ ολησ τησ καρδιασ σου και εξ ολησ τησ ψυχησ σου και εξ ολησ τησ διανοιασ σου και εξ ολησ τησ ισχυοσ σου αυτη πρωτη εντολη
30Amarás o Senhor teu Deus de todo o teu coração, de toda a tua alma, de todo o teu entendimento e de todas as tuas forças.’ Este é o primeiro mandamento.
31και δευτερα ομοια αυτη αγαπησεισ τον πλησιον σου ωσ σεαυτον μειζων τουτων αλλη εντολη ουκ εστιν
31O segundo é semelhante a este: ‘Amarás o teu próximo como a ti mesmo.’ Não há outro mandamento maior do que estes.”
32και ειπεν αυτω ο γραμματευσ καλωσ διδασκαλε επ αληθειασ ειπασ οτι εισ εστιν και ουκ εστιν αλλοσ πλην αυτου
32O escriba lhe disse: “Muito bem, Mestre, disseste com verdade que ele é único, e não há outro além dele;
33και το αγαπαν αυτον εξ ολησ τησ καρδιασ και εξ ολησ τησ συνεσεωσ και εξ ολησ τησ ψυχησ και εξ ολησ τησ ισχυοσ και το αγαπαν τον πλησιον ωσ εαυτον πλειον εστιν παντων των ολοκαυτωματων και θυσιων
33e amá-lo de todo o coração, de todo o entendimento, de toda a alma e de todas as forças, e amar o próximo como a si mesmo, é mais importante do que todos os holocaustos e sacrifícios.”
34και ο ιησουσ ιδων αυτον οτι νουνεχωσ απεκριθη ειπεν αυτω ου μακραν ει απο τησ βασιλειασ του θεου και ουδεισ ουκετι ετολμα αυτον επερωτησαι
34Quando Jesus viu que ele havia respondido sabiamente, disse-lhe: “Você não está longe do Reino de Deus.” Depois disso, ninguém mais ousava fazer-lhe qualquer pergunta.
35και αποκριθεισ ο ιησουσ ελεγεν διδασκων εν τω ιερω πωσ λεγουσιν οι γραμματεισ οτι ο χριστοσ υιοσ εστιν δαυιδ
35Enquanto ensinava no templo, Jesus disse: “Como os escribas dizem que o Cristo é filho de Davi?
36αυτοσ γαρ δαυιδ ειπεν εν πνευματι αγιω λεγει ο κυριοσ τω κυριω μου καθου εκ δεξιων μου εωσ αν θω τουσ εχθρουσ σου υποποδιον των ποδων σου
36Pois o próprio Davi disse pelo Espírito Santo: ‘O Senhor disse ao meu Senhor: “Assenta-te à minha direita, até que eu ponha os teus inimigos por estrado dos teus pés.”’
37αυτοσ ουν δαυιδ λεγει αυτον κυριον και ποθεν υιοσ αυτου εστιν και ο πολυσ οχλοσ ηκουεν αυτου ηδεωσ
37Portanto, o próprio Davi o chama de Senhor; então, como ele pode ser seu filho?” O povo comum o ouvia com prazer.
38και ελεγεν αυτοισ εν τη διδαχη αυτου βλεπετε απο των γραμματεων των θελοντων εν στολαισ περιπατειν και ασπασμουσ εν ταισ αγοραισ
38Em seu ensino, ele lhes disse: “Cuidado com os escribas, que gostam de andar com vestes longas e de receber saudações nas praças,
39και πρωτοκαθεδριασ εν ταισ συναγωγαισ και πρωτοκλισιασ εν τοισ δειπνοισ
39e de ter os melhores assentos nas sinagogas e os lugares de honra nos banquetes;
40οι κατεσθιοντεσ τασ οικιασ των χηρων και προφασει μακρα προσευχομενοι ουτοι ληψονται περισσοτερον κριμα
40aqueles que devoram as casas das viúvas e, como pretexto, fazem longas orações. Estes receberão maior condenação.”
41και καθισασ ο ιησουσ κατεναντι του γαζοφυλακιου εθεωρει πωσ ο οχλοσ βαλλει χαλκον εισ το γαζοφυλακιον και πολλοι πλουσιοι εβαλλον πολλα
41Jesus sentou-se em frente ao tesouro do templo e observava como a multidão depositava dinheiro ali. Muitos que eram ricos lançavam grandes quantias.
42και ελθουσα μια χηρα πτωχη εβαλεν λεπτα δυο ο εστιν κοδραντησ
42Uma viúva pobre chegou e lançou duas pequenas moedas de bronze, que equivalem a um quadrante.
43και προσκαλεσαμενοσ τουσ μαθητασ αυτου λεγει αυτοισ αμην λεγω υμιν οτι η χηρα αυτη η πτωχη πλειον παντων βεβληκεν των βαλλοντων εισ το γαζοφυλακιον
43Ele chamou seus discípulos para junto de si e lhes disse: “Com toda a certeza lhes digo que esta viúva pobre deu mais do que todos os que estão depositando no tesouro;
44παντεσ γαρ εκ του περισσευοντοσ αυτοισ εβαλον αυτη δε εκ τησ υστερησεωσ αυτησ παντα οσα ειχεν εβαλεν ολον τον βιον αυτησ
44pois todos eles deram da sua abundância, mas ela, da sua pobreza, deu tudo o que tinha para viver.”
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.