Mateus 20
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
1“Pois o Reino dos Céus é semelhante a um homem, dono de uma casa, que saiu de manhã cedo para contratar trabalhadores para a sua vinha.
1ομοια γαρ εστιν η βασιλεια των ουρανων ανθρωπω οικοδεσποτη οστισ εξηλθεν αμα πρωι μισθωσασθαι εργατασ εισ τον αμπελωνα αυτου
2Tendo combinado com os trabalhadores o pagamento de um denário por dia, ele os enviou para a sua vinha.
2και συμφωνησασ μετα των εργατων εκ δηναριου την ημεραν απεστειλεν αυτουσ εισ τον αμπελωνα αυτου
3Saindo por volta da terceira hora, viu outros que estavam desocupados na praça.
3και εξελθων περι τριτην ωραν ειδεν αλλουσ εστωτασ εν τη αγορα αργουσ
4Ele lhes disse: 'Vão vocês também para a vinha, e o que for justo eu lhes darei.' E eles foram.
4και εκεινοισ ειπεν υπαγετε και υμεισ εισ τον αμπελωνα και ο εαν η δικαιον δωσω υμιν
5Saindo novamente por volta da sexta e da nona hora, fez a mesma coisa.
5οι δε απηλθον παλιν εξελθων περι εκτην και ενατην ωραν εποιησεν ωσαυτωσ
6Por volta da décima primeira hora, ele saiu e encontrou outros desocupados. Ele lhes perguntou: 'Por que vocês estão aqui o dia todo desocupados?'
6περι δε την ενδεκατην ωραν εξελθων ευρεν αλλουσ εστωτασ αργουσ και λεγει αυτοισ τι ωδε εστηκατε ολην την ημεραν αργοι
7“Eles lhe responderam: 'Porque ninguém nos contratou.' “Ele lhes disse: 'Vão vocês também para a vinha, e receberão o que for justo.'
7λεγουσιν αυτω οτι ουδεισ ημασ εμισθωσατο λεγει αυτοισ υπαγετε και υμεισ εισ τον αμπελωνα και ο εαν η δικαιον ληψεσθε
8“Ao cair da tarde, o senhor da vinha disse ao seu administrador: ‘Chame os trabalhadores e pague-lhes o salário, começando pelos últimos até os primeiros.’
8οψιασ δε γενομενησ λεγει ο κυριοσ του αμπελωνοσ τω επιτροπω αυτου καλεσον τουσ εργατασ και αποδοσ αυτοισ τον μισθον αρξαμενοσ απο των εσχατων εωσ των πρωτων
9“Quando chegaram os que foram contratados por volta da décima primeira hora, cada um recebeu um denário.
9και ελθοντεσ οι περι την ενδεκατην ωραν ελαβον ανα δηναριον
10Quando os primeiros chegaram, pensaram que receberiam mais; mas cada um deles também recebeu um denário.
10ελθοντεσ δε οι πρωτοι ενομισαν οτι πλειονα ληψονται και ελαβον και αυτοι ανα δηναριον
11Ao receberem, murmuraram contra o dono da casa,
11λαβοντεσ δε εγογγυζον κατα του οικοδεσποτου
12dizendo: 'Estes últimos trabalharam apenas uma hora, e você os igualou a nós, que suportamos o peso do dia e o calor escaldante!'
12λεγοντεσ οτι ουτοι οι εσχατοι μιαν ωραν εποιησαν και ισουσ ημιν αυτουσ εποιησασ τοισ βαστασασιν το βαροσ τησ ημερασ και τον καυσωνα
13“Mas ele respondeu a um deles: 'Amigo, não estou sendo injusto com você. Você não combinou comigo um denário?
13ο δε αποκριθεισ ειπεν ενι αυτων εταιρε ουκ αδικω σε ουχι δηναριου συνεφωνησασ μοι
14Pegue o que é seu e vá embora. É meu desejo dar a este último o mesmo que dei a você.
14αρον το σον και υπαγε θελω δε τουτω τω εσχατω δουναι ωσ και σοι
15Não me é lícito fazer o que quero com o que é meu? Ou o seu olho é mau porque eu sou bom?'
15η ουκ εξεστιν μοι ποιησαι ο θελω εν τοισ εμοισ ει ο οφθαλμοσ σου πονηροσ εστιν οτι εγω αγαθοσ ειμι
16Assim, os últimos serão primeiros, e os primeiros serão últimos. Pois muitos são chamados, mas poucos são escolhidos.”
16ουτωσ εσονται οι εσχατοι πρωτοι και οι πρωτοι εσχατοι πολλοι γαρ εισιν κλητοι ολιγοι δε εκλεκτοι
17Enquanto Jesus subia para Jerusalém, ele chamou os doze discípulos à parte e, no caminho, lhes disse:
17και αναβαινων ο ιησουσ εισ ιεροσολυμα παρελαβεν τουσ δωδεκα μαθητασ κατ ιδιαν εν τη οδω και ειπεν αυτοισ
18“Eis que estamos subindo para Jerusalém, e o Filho do Homem será entregue aos principais sacerdotes e aos escribas, e eles o condenarão à morte,
18ιδου αναβαινομεν εισ ιεροσολυμα και ο υιοσ του ανθρωπου παραδοθησεται τοισ αρχιερευσιν και γραμματευσιν και κατακρινουσιν αυτον θανατω
19e o entregarão aos gentios para ser zombado, açoitado e crucificado; e ao terceiro dia ele será ressuscitado.”
19και παραδωσουσιν αυτον τοισ εθνεσιν εισ το εμπαιξαι και μαστιγωσαι και σταυρωσαι και τη τριτη ημερα αναστησεται
20Então a mãe dos filhos de Zebedeu aproximou-se dele com seus filhos, ajoelhando-se e pedindo-lhe algo.
20τοτε προσηλθεν αυτω η μητηρ των υιων ζεβεδαιου μετα των υιων αυτησ προσκυνουσα και αιτουσα τι παρ αυτου
21Ele lhe perguntou: “O que você quer?” Ela lhe respondeu: “Ordene que estes meus dois filhos se assentem, um à sua direita e outro à sua esquerda, no seu Reino.”
21ο δε ειπεν αυτη τι θελεισ λεγει αυτω ειπε ινα καθισωσιν ουτοι οι δυο υιοι μου εισ εκ δεξιων σου και εισ εξ ευωνυμων σου εν τη βασιλεια σου
22Mas Jesus respondeu: “Vocês não sabem o que estão pedindo. Vocês podem beber o cálice que eu estou prestes a beber, e ser batizados com o batismo com que eu sou batizado?” Eles lhe disseram: “Podemos.”
22αποκριθεισ δε ο ιησουσ ειπεν ουκ οιδατε τι αιτεισθε δυνασθε πιειν το ποτηριον ο εγω μελλω πινειν η το βαπτισμα ο εγω βαπτιζομαι βαπτισθηναι λεγουσιν αυτω δυναμεθα
23Ele lhes disse: “De fato, vocês beberão o meu cálice e serão batizados com o batismo com que eu sou batizado; mas sentar-se à minha direita e à minha esquerda não me cabe conceder; isso pertence àqueles para quem foi preparado por meu Pai.”
23και λεγει αυτοισ το μεν ποτηριον μου πιεσθε και το βαπτισμα ο εγω βαπτιζομαι βαπτισθησεσθε το δε καθισαι εκ δεξιων μου και εξ ευωνυμων μου ουκ εστιν εμον δουναι αλλ οισ ητοιμασται υπο του πατροσ μου
24Quando os dez ouviram isso, ficaram indignados com os dois irmãos.
24και ακουσαντεσ οι δεκα ηγανακτησαν περι των δυο αδελφων
25Mas Jesus os chamou e disse: “Vocês sabem que os governantes das nações as dominam, e os seus grandes exercem autoridade sobre elas.
25ο δε ιησουσ προσκαλεσαμενοσ αυτουσ ειπεν οιδατε οτι οι αρχοντεσ των εθνων κατακυριευουσιν αυτων και οι μεγαλοι κατεξουσιαζουσιν αυτων
26Não será assim entre vocês; pelo contrário, quem quiser tornar-se grande entre vocês será o seu servo.
26ουχ ουτωσ δε εσται εν υμιν αλλ οσ εαν θελη εν υμιν μεγασ γενεσθαι εσται υμων διακονοσ
27E quem quiser ser o primeiro entre vocês será o seu escravo,
27και οσ εαν θελη εν υμιν ειναι πρωτοσ εστω υμων δουλοσ
28assim como o Filho do Homem não veio para ser servido, mas para servir, e para dar a sua vida em resgate por muitos.”
28ωσπερ ο υιοσ του ανθρωπου ουκ ηλθεν διακονηθηναι αλλα διακονησαι και δουναι την ψυχην αυτου λυτρον αντι πολλων
29Ao saírem de Jericó, uma grande multidão o seguiu.
29και εκπορευομενων αυτων απο ιεριχω ηκολουθησεν αυτω οχλοσ πολυσ
30Eis que dois cegos sentados à beira do caminho, ouvindo que Jesus estava passando, clamaram: “Senhor, tem misericórdia de nós, Filho de Davi!”
30και ιδου δυο τυφλοι καθημενοι παρα την οδον ακουσαντεσ οτι ιησουσ παραγει εκραξαν λεγοντεσ ελεησον ημασ κυριε υιοσ δαυιδ
31A multidão os repreendeu, dizendo-lhes que ficassem quietos, mas eles clamavam ainda mais: “Senhor, tem misericórdia de nós, Filho de Davi!”
31ο δε οχλοσ επετιμησεν αυτοισ ινα σιωπησωσιν οι δε μειζον εκραζον λεγοντεσ ελεησον ημασ κυριε υιοσ δαυιδ
32Jesus parou, chamou-os e perguntou: “O que vocês querem que eu lhes faça?”
32και στασ ο ιησουσ εφωνησεν αυτουσ και ειπεν τι θελετε ποιησω υμιν
33Eles lhe disseram: “Senhor, que os nossos olhos se abram.”
33λεγουσιν αυτω κυριε ινα ανοιχθωσιν ημων οι οφθαλμοι
34Jesus teve compaixão deles, tocou os seus olhos; e imediatamente eles recuperaram a visão e o seguiram.
34σπλαγχνισθεισ δε ο ιησουσ ηψατο των οφθαλμων αυτων και ευθεωσ ανεβλεψαν αυτων οι οφθαλμοι και ηκολουθησαν αυτω
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.