Apocalipse 19
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
1Depois destas coisas, ouvi no céu algo como a voz poderosa de uma grande multidão, dizendo: “Aleluia! A salvação, o poder e a glória pertencem ao nosso Deus;
1μετα ταυτα ηκουσα ωσ φωνην μεγαλην οχλου πολλου εν τω ουρανω λεγοντων αλληλουια η σωτηρια και η δυναμισ και η δοξα του θεου ημων
2pois os seus juízos são verdadeiros e justos. Porque ele julgou a grande prostituta que corrompia a terra com a sua imoralidade sexual, e nela vingou o sangue dos seus servos.”
2οτι αληθιναι και δικαιαι αι κρισεισ αυτου οτι εκρινεν την πορνην την μεγαλην ητισ διεφθειρεν την γην εν τη πορνεια αυτησ και εξεδικησεν το αιμα των δουλων αυτου εκ χειροσ αυτησ
3Uma segunda voz disse: “Aleluia! A fumaça dela sobe para todo o sempre.”
3και δευτερον ειρηκεν αλληλουια και ο καπνοσ αυτησ αναβαινει εισ τουσ αιωνασ των αιωνων
4Os vinte e quatro anciãos e os quatro seres viventes prostraram-se e adoraram a Deus, que está sentado no trono, dizendo: “Amém! Aleluia!”
4και επεσον οι πρεσβυτεροι οι εικοσι τεσσαρεσ και τα τεσσαρα ζωα και προσεκυνησαν τω θεω τω καθημενω επι του θρονου λεγοντεσ αμην αλληλουια
5Uma voz veio do trono, dizendo: “Louvem o nosso Deus, todos vocês, seus servos, vocês que o temem, tanto os pequenos como os grandes!”
5και φωνη απο του θρονου εξηλθεν λεγουσα αινειτε τον θεον ημων παντεσ οι δουλοι αυτου και οι φοβουμενοι αυτον οι μικροι και οι μεγαλοι
6Ouvi algo semelhante à voz de uma grande multidão, e como a voz de muitas águas, e como a voz de fortes trovões, dizendo: “Aleluia! Pois o Senhor, o nosso Deus, o Todo-Poderoso, reina!
6και ηκουσα ωσ φωνην οχλου πολλου και ωσ φωνην υδατων πολλων και ωσ φωνην βροντων ισχυρων λεγοντεσ αλληλουια οτι εβασιλευσεν κυριοσ ο θεοσ ημων ο παντοκρατωρ
7Regozijemo-nos e alegremo-nos grandemente, e demos glória a ele. Pois chegaram as bodas do Cordeiro, e a sua noiva já se preparou.”
7χαιρωμεν και αγαλλιωμεθα και δωμεν την δοξαν αυτω οτι ηλθεν ο γαμοσ του αρνιου και η γυνη αυτου ητοιμασεν εαυτην
8Foi-lhe dado vestir-se de linho fino, resplandecente e puro, pois o linho fino são os atos justos dos santos.
8και εδοθη αυτη ινα περιβαληται βυσσινον λαμπρον και καθαρον το γαρ βυσσινον τα δικαιωματα των αγιων εστιν
9O anjo me disse: “Escreva: 'Bem-aventurados os que são convidados para a ceia das bodas do Cordeiro.'” E ele me disse: “Estas são palavras verdadeiras de Deus.”
9και λεγει μοι γραψον μακαριοι οι εισ το δειπνον του γαμου του αρνιου κεκλημενοι και λεγει μοι ουτοι οι λογοι αληθινοι του θεου εισιν
10Prostrei-me a seus pés para adorá-lo. Mas ele me disse: “Olhe! Não faça isso! Sou conservo seu e dos seus irmãos que mantêm o testemunho de Jesus. Adore a Deus, pois o testemunho de Jesus é o Espírito da Profecia.”
10και επεσα εμπροσθεν των ποδων αυτου προσκυνησαι αυτω και λεγει μοι ορα μη συνδουλοσ σου ειμι και των αδελφων σου των εχοντων την μαρτυριαν ιησου τω θεω προσκυνησον η γαρ μαρτυρια του ιησου εστιν το πνευμα τησ προφητειασ
11Vi o céu aberto, e eis um cavalo branco; o que estava montado nele chama-se Fiel e Verdadeiro. Ele julga e faz guerra com justiça.
11και ειδον τον ουρανον ανεωγμενον και ιδου ιπποσ λευκοσ και ο καθημενοσ επ αυτον καλουμενοσ πιστοσ και αληθινοσ και εν δικαιοσυνη κρινει και πολεμει
12Os seus olhos são uma chama de fogo, e em sua cabeça há muitas coroas. Ele tem nomes escritos e um nome escrito que ninguém conhece, a não ser ele mesmo.
12οι δε οφθαλμοι αυτου φλοξ πυροσ και επι την κεφαλην αυτου διαδηματα πολλα εχων ονοματα γεγραμμενα και ονομα γεγραμμενον ο ουδεισ οιδεν ει μη αυτοσ
13Ele está vestido de um manto salpicado de sangue. O seu nome é “O Verbo de Deus”.
13και περιβεβλημενοσ ιματιον βεβαμμενον αιματι και καλειται το ονομα αυτου ο λογοσ του θεου
14Os exércitos que estão no céu o seguiam em cavalos brancos, vestidos de linho fino, branco e puro.
14και τα στρατευματα τα εν τω ουρανω ηκολουθει αυτω επι ιπποισ λευκοισ ενδεδυμενοι βυσσινον λευκον καθαρον
15Da sua boca sai uma espada afiada de dois gumes para com ela ferir as nações. Ele as governará com cetro de ferro. Ele pisa o lagar do vinho do furor da ira de Deus, o Todo-Poderoso.
15και εκ του στοματοσ αυτου εκπορευεται ρομφαια διστομοσ οξεια ινα εν αυτη παταξη τα εθνη και αυτοσ ποιμανει αυτουσ εν ραβδω σιδηρα και αυτοσ πατει την ληνον του οινου του θυμου τησ οργησ του θεου του παντοκρατοροσ
16Em seu manto e em sua coxa ele tem um nome escrito: “REI DOS REIS E SENHOR DOS SENHORES.”
16και εχει επι το ιματιον και επι τον μηρον αυτου ονομα γεγραμμενον βασιλευσ βασιλεων και κυριοσ κυριων
17Vi um anjo em pé no sol. Ele clamou em voz forte, dizendo a todas as aves que voam no meio do céu: “Venham! Reúnam-se para a grande ceia de Deus,
17και ειδον αγγελον εστωτα εν τω ηλιω και εκραξεν φωνη μεγαλη λεγων πασιν τοισ ορνεοισ τοισ πετομενοισ εν μεσουρανηματι δευτε συναχθητε εισ το δειπνον το μεγα του θεου
18para que comam a carne de reis, a carne de comandantes, a carne de poderosos, a carne de cavalos e dos que neles cavalgam, e a carne de todos os homens, tanto livres como escravos, pequenos e grandes.”
18ινα φαγητε σαρκασ βασιλεων και σαρκασ χιλιαρχων και σαρκασ ισχυρων και σαρκασ ιππων και των καθημενων επ αυτων και σαρκασ παντων ελευθερων τε και δουλων και μικρων τε και μεγαλων
19Vi a besta, os reis da terra e os seus exércitos, reunidos para fazer guerra contra aquele que estava montado no cavalo e contra o seu exército.
19και ειδον το θηριον και τουσ βασιλεισ τησ γησ και τα στρατευματα αυτων συνηγμενα ποιησαι πολεμον μετα του καθημενου επι του ιππου και μετα του στρατευματοσ αυτου
20A besta foi presa, e com ela o falso profeta que havia realizado os sinais diante dela, com os quais ele enganou os que receberam a marca da besta e os que adoraram a sua imagem. Estes dois foram lançados vivos no lago de fogo que arde com enxofre.
20και επιασθη το θηριον και ο μετ αυτου ψευδοπροφητησ ο ποιησασ τα σημεια ενωπιον αυτου εν οισ επλανησεν τουσ λαβοντασ το χαραγμα του θηριου και τουσ προσκυνουντασ τη εικονι αυτου ζωντεσ εβληθησαν οι δυο εισ την λιμνην του πυροσ την καιομενην εν θειω
21Os demais foram mortos com a espada daquele que estava montado no cavalo, a espada que saía da sua boca. E todas as aves se fartaram com a carne deles.
21και οι λοιποι απεκτανθησαν εν τη ρομφαια του καθημενου επι του ιππου τη εξελθουση εκ του στοματοσ αυτου και παντα τα ορνεα εχορτασθησαν εκ των σαρκων αυτων
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.