Apocalipse
Chapter 14
Bíblia Portuguesa Mundia…
vs Greek New Testamen…
Aa
Text size
Line width
Verse numbers
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
1Olhei, e eis o Cordeiro em pé sobre o monte Sião, e com ele cento e quarenta e quatro mil, que tinham o nome dele e o nome de seu Pai escritos em suas testas.
1και ειδον και ιδου το αρνιον εστηκοσ επι το οροσ σιων και μετ αυτου αριθμοσ εκατον τεσσαρακοντα τεσσαρεσ χιλιαδεσ εχουσαι το ονομα αυτου και το ονομα του πατροσ αυτου γεγραμμενον επι των μετωπων αυτων
2Ouvi um som do céu, como o som de muitas águas e como o som de um grande trovão. O som que ouvi era como o de harpistas tocando em suas harpas.
2και ηκουσα φωνην εκ του ουρανου ωσ φωνην υδατων πολλων και ωσ φωνην βροντησ μεγαλησ και η φωνη ην ηκουσα ωσ κιθαρωδων κιθαριζοντων εν ταισ κιθαραισ αυτων
3Eles cantavam um cântico novo diante do trono, diante dos quatro seres viventes e dos anciãos. Ninguém podia aprender o cântico, a não ser os cento e quarenta e quatro mil, que haviam sido redimidos da terra.
3και αδουσιν ωδην καινην ενωπιον του θρονου και ενωπιον των τεσσαρων ζωων και των πρεσβυτερων και ουδεισ εδυνατο μαθειν την ωδην ει μη αι εκατον τεσσαρακοντα τεσσαρεσ χιλιαδεσ οι ηγορασμενοι απο τησ γησ
4Estes são os que não se contaminaram com mulheres, pois são virgens. Estes são os que seguem o Cordeiro para onde quer que ele vá. Estes foram redimidos por Jesus dentre os homens, como primícias para Deus e para o Cordeiro.
4ουτοι εισιν οι μετα γυναικων ουκ εμολυνθησαν παρθενοι γαρ εισιν ουτοι εισιν οι ακολουθουντεσ τω αρνιω οπου αν υπαγη ουτοι υπο ιησου ηγορασθησαν απο των ανθρωπων απαρχη τω θεω και τω αρνιω
5Em suas bocas não se achou mentira, pois são irrepreensíveis.
5και ουχ ευρεθη εν τω στοματι αυτων ψευδοσ αμωμοι γαρ εισιν
6Vi um anjo voando no meio do céu, levando um Evangelho eterno para proclamar aos que habitam na terra — a toda nação, tribo, língua e povo.
6και ειδον αγγελον πετομενον εν μεσουρανηματι εχοντα ευαγγελιον αιωνιον ευαγγελισαι τουσ καθημενουσ επι τησ γησ και επι παν εθνοσ και φυλην και γλωσσαν και λαον
7Ele dizia em alta voz: “Temam o Senhor e deem glória a ele, pois chegou a hora do seu juízo. Adorem aquele que fez o céu, a terra, o mar e as fontes das águas!”
7λεγων εν φωνη μεγαλη φοβηθητε τον κυριον και δοτε αυτω δοξαν οτι ηλθεν η ωρα τησ κρισεωσ αυτου και προσκυνησατε αυτον τον ποιησαντα τον ουρανον και την γην και την θαλασσαν και πηγασ υδατων
8Outro anjo, um segundo, o seguiu, dizendo: “Caiu, caiu a grande Babilônia, que fez com que todas as nações bebessem do vinho da ira da sua imoralidade sexual.”
8και αλλοσ δευτεροσ αγγελοσ ηκολουθησεν λεγων επεσεν βαβυλων η μεγαλη εκ του οινου του θυμου τησ πορνειασ αυτησ πεποτικεν παντα τα εθνη
9Outro anjo, o terceiro, os seguiu, dizendo em alta voz: “Se alguém adorar a besta e a sua imagem, e receber a sua marca na testa ou na mão,
9και αλλοσ αγγελοσ τριτοσ ηκολουθησεν αυτοισ λεγων εν φωνη μεγαλη ει τισ προσκυνει το θηριον και την εικονα αυτου και λαμβανει χαραγμα επι του μετωπου αυτου η επι την χειρα αυτου
10ele também beberá do vinho da ira de Deus, que foi preparado sem mistura no cálice da sua ira. Ele será atormentado com fogo e enxofre na presença dos santos anjos e na presença do Cordeiro.
10και αυτοσ πιεται εκ του οινου του θυμου του θεου του κεκερασμενου ακρατου εν τω ποτηριω τησ οργησ αυτου και βασανισθησεται εν πυρι και θειω ενωπιον των αγιων αγγελων και ενωπιον του αρνιου
11A fumaça do tormento deles sobe para todo o sempre. E não têm descanso nem de dia nem de noite, os que adoram a besta e a sua imagem, e todo aquele que recebe a marca do seu nome.
11και ο καπνοσ του βασανισμου αυτων εισ αιωνασ αιωνων αναβαινει και ουκ εχουσιν αναπαυσιν ημερασ και νυκτοσ οι προσκυνουντεσ το θηριον και την εικονα αυτου και ει τισ λαμβανει το χαραγμα του ονοματοσ αυτου
12Aqui está a perseverança dos santos, os que guardam os mandamentos de Deus e a fé de Jesus.”
12ωδε η υπομονη των αγιων εστιν οι τηρουντεσ τασ εντολασ του θεου και την πιστιν ιησου
13Ouvi uma voz do céu dizendo: “Escreva: 'Bem-aventurados os mortos que morrem no Senhor de agora em diante.'” “Sim”, diz o Espírito, “para que descansem das suas fadigas, pois as suas obras os acompanham.”
13και ηκουσα φωνησ εκ του ουρανου λεγουσησ γραψον μακαριοι οι νεκροι οι εν κυριω αποθνησκοντεσ απ αρτι λεγει ναι το πνευμα ινα αναπαυσωνται εκ των κοπων αυτων τα δε εργα αυτων ακολουθει μετ αυτων
14Olhei, e vi uma nuvem branca, e sentado sobre a nuvem estava alguém semelhante a um filho do homem, tendo na cabeça uma coroa de ouro e na mão uma foice afiada.
14και ειδον και ιδου νεφελη λευκη και επι την νεφελην καθημενον ομοιον υιω ανθρωπου εχων επι τησ κεφαλησ αυτου στεφανον χρυσουν και εν τη χειρι αυτου δρεπανον οξυ
15Outro anjo saiu do templo, clamando em alta voz àquele que estava sentado na nuvem: “Lança a tua foice e colhe, pois chegou a hora de colher; porque a seara da terra está madura!”
15και αλλοσ αγγελοσ εξηλθεν εκ του ναου κραζων εν φωνη μεγαλη τω καθημενω επι τησ νεφελησ πεμψον το δρεπανον σου και θερισον οτι ηλθεν η ωρα θερισαι οτι εξηρανθη ο θερισμοσ τησ γησ
16Aquele que estava sentado na nuvem lançou a sua foice sobre a terra, e a terra foi ceifada.
16και εβαλεν ο καθημενοσ επι την νεφελην το δρεπανον αυτου επι την γην και εθερισθη η γη
17Outro anjo saiu do templo que está no céu. Ele também tinha uma foice afiada.
17και αλλοσ αγγελοσ εξηλθεν εκ του ναου του εν τω ουρανω εχων και αυτοσ δρεπανον οξυ
18Outro anjo saiu do altar, aquele que tem poder sobre o fogo, e clamou em alta voz àquele que tinha a foice afiada, dizendo: “Lança a tua foice afiada e ajunta os cachos da videira da terra, pois as uvas da terra estão maduras!”
18και αλλοσ αγγελοσ εξηλθεν εκ του θυσιαστηριου εχων εξουσιαν επι του πυροσ και εφωνησεν κραυγη μεγαλη τω εχοντι το δρεπανον το οξυ λεγων πεμψον σου το δρεπανον το οξυ και τρυγησον τουσ βοτρυασ τησ αμπελου τησ γησ οτι ηκμασαν αι σταφυλαι αυτησ
19O anjo lançou a sua foice na terra, ajuntou as uvas da videira da terra e as atirou no grande lagar da ira de Deus.
19και εβαλεν ο αγγελοσ το δρεπανον αυτου εισ την γην και ετρυγησεν την αμπελον τησ γησ και εβαλεν εισ την ληνον του θυμου του θεου τον μεγαν
20O lagar foi pisado fora da cidade, e do lagar fluiu sangue, que chegou até os freios dos cavalos, numa extensão de mil e seiscentos estádios.
20και επατηθη η ληνοσ εξωθεν τησ πολεωσ και εξηλθεν αιμα εκ τησ ληνου αχρι των χαλινων των ιππων απο σταδιων χιλιων εξακοσιων

Tip: use the ← and → keys to turn chapters.