Marcos 7
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
1Então os fariseus e alguns dos escribas que haviam vindo de Jerusalém se reuniram ao redor de Jesus.
1και συναγονται προσ αυτον οι φαρισαιοι και τινεσ των γραμματεων ελθοντεσ απο ιεροσολυμων
2E, quando viram alguns dos seus discípulos comendo pão com as mãos impuras, isto é, não lavadas, eles os criticaram.
2και ιδοντεσ τινασ των μαθητων αυτου κοιναισ χερσιν τουτ εστιν ανιπτοισ εσθιοντασ αρτουσ εμεμψαντο
3(Pois os fariseus e todos os judeus não comem sem lavar as mãos e os antebraços, apegando-se à tradição dos anciãos.
3οι γαρ φαρισαιοι και παντεσ οι ιουδαιοι εαν μη πυγμη νιψωνται τασ χειρασ ουκ εσθιουσιν κρατουντεσ την παραδοσιν των πρεσβυτερων
4Eles não comem quando vêm do mercado, a menos que se lavem, e há muitas outras coisas que receberam para guardar: lavagens de copos, jarros, vasilhas de bronze e camas.)
4και απο αγορασ εαν μη βαπτισωνται ουκ εσθιουσιν και αλλα πολλα εστιν α παρελαβον κρατειν βαπτισμουσ ποτηριων και ξεστων και χαλκιων και κλινων
5Os fariseus e os escribas lhe perguntaram: “Por que os seus discípulos não seguem a tradição dos anciãos, mas comem o pão com as mãos por lavar?”
5επειτα επερωτωσιν αυτον οι φαρισαιοι και οι γραμματεισ δια τι οι μαθηται σου ου περιπατουσιν κατα την παραδοσιν των πρεσβυτερων αλλα ανιπτοισ χερσιν εσθιουσιν τον αρτον
6Ele lhes respondeu: “Isaías profetizou muito bem a respeito de vocês, hipócritas, como está escrito: ‘Este povo me honra com os lábios, mas o seu coração está longe de mim.
6ο δε αποκριθεισ ειπεν αυτοισ οτι καλωσ προεφητευσεν ησαιασ περι υμων των υποκριτων ωσ γεγραπται ουτοσ ο λαοσ τοισ χειλεσιν με τιμα η δε καρδια αυτων πορρω απεχει απ εμου
7Em vão me adoram, ensinando como doutrinas os mandamentos de homens.’
7ματην δε σεβονται με διδασκοντεσ διδασκαλιασ ενταλματα ανθρωπων
8“Pois vocês deixam de lado o mandamento de Deus e se apegam firmemente à tradição dos homens — a lavagem de jarros e copos, e fazem muitas outras coisas semelhantes.”
8αφεντεσ γαρ την εντολην του θεου κρατειτε την παραδοσιν των ανθρωπων βαπτισμουσ ξεστων και ποτηριων και αλλα παρομοια τοιαυτα πολλα ποιειτε
9Ele lhes disse: “Vocês sabem muito bem como rejeitar o mandamento de Deus para poderem guardar a sua tradição.
9και ελεγεν αυτοισ καλωσ αθετειτε την εντολην του θεου ινα την παραδοσιν υμων τηρησητε
10Pois Moisés disse: ‘Honra a teu pai e a tua mãe’; e: ‘Quem falar mal do pai ou da mãe, seja morto.’
10μωσησ γαρ ειπεν τιμα τον πατερα σου και την μητερα σου και ο κακολογων πατερα η μητερα θανατω τελευτατω
11Mas vocês dizem: ‘Se um homem disser a seu pai ou a sua mãe: “Qualquer proveito que você pudesse ter recebido de mim é Corbã”,’” isto é, dado a Deus,
11υμεισ δε λεγετε εαν ειπη ανθρωποσ τω πατρι η τη μητρι κορβαν ο εστιν δωρον ο εαν εξ εμου ωφεληθησ
12“então vocês não lhe permitem mais fazer nada por seu pai ou por sua mãe,
12και ουκετι αφιετε αυτον ουδεν ποιησαι τω πατρι αυτου η τη μητρι αυτου
13invalidando a palavra de Deus pela tradição que vocês transmitiram. E vocês fazem muitas coisas como esta.”
13ακυρουντεσ τον λογον του θεου τη παραδοσει υμων η παρεδωκατε και παρομοια τοιαυτα πολλα ποιειτε
14Ele chamou toda a multidão para perto de si e lhes disse: “Ouçam-me, todos vocês, e entendam.
14και προσκαλεσαμενοσ παντα τον οχλον ελεγεν αυτοισ ακουετε μου παντεσ και συνιετε
15Nada que entre no homem vindo de fora pode contaminá-lo; o que o contamina é aquilo que sai dele.
15ουδεν εστιν εξωθεν του ανθρωπου εισπορευομενον εισ αυτον ο δυναται αυτον κοινωσαι αλλα τα εκπορευομενα απ αυτου εκεινα εστιν τα κοινουντα τον ανθρωπον
16Se alguém tem ouvidos para ouvir, ouça!”
16ει τισ εχει ωτα ακουειν ακουετω
17Quando ele entrou em uma casa, afastando-se da multidão, seus discípulos lhe perguntaram sobre a parábola.
17και οτε εισηλθεν εισ οικον απο του οχλου επηρωτων αυτον οι μαθηται αυτου περι τησ παραβολησ
18Ele lhes disse: “Vocês também ainda não entendem? Não percebem que tudo o que entra no homem, vindo de fora, não pode contaminá-lo,
18και λεγει αυτοισ ουτωσ και υμεισ ασυνετοι εστε ου νοειτε οτι παν το εξωθεν εισπορευομενον εισ τον ανθρωπον ου δυναται αυτον κοινωσαι
19porque não entra em seu coração, mas no estômago, e depois é expelido para a latrina, tornando puros todos os alimentos?”
19οτι ουκ εισπορευεται αυτου εισ την καρδιαν αλλ εισ την κοιλιαν και εισ τον αφεδρωνα εκπορευεται καθαριζον παντα τα βρωματα
20Ele disse: “O que sai do homem, isso contamina o homem.
20ελεγεν δε οτι το εκ του ανθρωπου εκπορευομενον εκεινο κοινοι τον ανθρωπον
21Pois do interior, do coração dos homens, procedem os maus pensamentos, os adultérios, os pecados sexuais, os assassinatos, os roubos,
21εσωθεν γαρ εκ τησ καρδιασ των ανθρωπων οι διαλογισμοι οι κακοι εκπορευονται μοιχειαι πορνειαι φονοι
22as cobiças, a maldade, o engano, os desejos sensuais, um olhar invejoso, a blasfêmia, o orgulho e a insensatez.
22κλοπαι πλεονεξιαι πονηριαι δολοσ ασελγεια οφθαλμοσ πονηροσ βλασφημια υπερηφανια αφροσυνη
23Todas essas coisas más vêm de dentro e contaminam o homem.”
23παντα ταυτα τα πονηρα εσωθεν εκπορευεται και κοινοι τον ανθρωπον
24Dali ele se levantou e foi para a região de Tiro e Sidom. Ele entrou em uma casa e não queria que ninguém soubesse, mas não pôde passar despercebido.
24και εκειθεν αναστασ απηλθεν εισ τα μεθορια τυρου και σιδωνοσ και εισελθων εισ οικιαν ουδενα ηθελεν γνωναι και ουκ ηδυνηθη λαθειν
25Pois uma mulher, cuja filhinha tinha um espírito imundo, ouviu falar dele, veio e prostrou-se a seus pés.
25ακουσασα γαρ γυνη περι αυτου ησ ειχεν το θυγατριον αυτησ πνευμα ακαθαρτον ελθουσα προσεπεσεν προσ τουσ ποδασ αυτου
26Ora, a mulher era grega, de origem siro-fenícia. Ela lhe implorava que expulsasse o demônio de sua filha.
26ην δε η γυνη ελληνισ συραφοινικισσα τω γενει και ηρωτα αυτον ινα το δαιμονιον εκβαλη εκ τησ θυγατροσ αυτησ
27Mas Jesus lhe disse: “Deixe que os filhos se fartem primeiro, pois não é apropriado pegar o pão dos filhos e jogá-lo aos cães.”
27ο δε ιησουσ ειπεν αυτη αφεσ πρωτον χορτασθηναι τα τεκνα ου γαρ καλον εστιν λαβειν τον αρτον των τεκνων και βαλειν τοισ κυναριοισ
28Mas ela lhe respondeu: “Sim, Senhor. Contudo, até mesmo os cães debaixo da mesa comem as migalhas das crianças.”
28η δε απεκριθη και λεγει αυτω ναι κυριε και γαρ τα κυναρια υποκατω τησ τραπεζησ εσθιει απο των ψιχιων των παιδιων
29Ele lhe disse: “Por causa do que você disse, pode ir. O demônio já saiu da sua filha.”
29και ειπεν αυτη δια τουτον τον λογον υπαγε εξεληλυθεν το δαιμονιον εκ τησ θυγατροσ σου
30Ela foi para a sua casa e encontrou a criança deitada na cama, e o demônio já havia saído.
30και απελθουσα εισ τον οικον αυτησ ευρεν το δαιμονιον εξεληλυθοσ και την θυγατερα βεβλημενην επι τησ κλινησ
31Novamente ele saiu da região de Tiro e Sidom, e foi para o mar da Galileia, passando pelo meio da região de Decápolis.
31και παλιν εξελθων εκ των οριων τυρου και σιδωνοσ ηλθεν προσ την θαλασσαν τησ γαλιλαιασ ανα μεσον των οριων δεκαπολεωσ
32Trouxeram-lhe um homem que era surdo e tinha um impedimento na fala. Eles lhe imploraram que impusesse a mão sobre ele.
32και φερουσιν αυτω κωφον μογγιλαλον και παρακαλουσιν αυτον ινα επιθη αυτω την χειρα
33Ele o levou à parte, longe da multidão, e colocou os dedos nos ouvidos dele; e, cuspindo, tocou-lhe a língua.
33και απολαβομενοσ αυτον απο του οχλου κατ ιδιαν εβαλεν τουσ δακτυλουσ αυτου εισ τα ωτα αυτου και πτυσασ ηψατο τησ γλωσσησ αυτου
34Olhando para o céu, ele suspirou e lhe disse: “Efatá!” isto é, “Abra-se!”
34και αναβλεψασ εισ τον ουρανον εστεναξεν και λεγει αυτω εφφαθα ο εστιν διανοιχθητι
35Imediatamente os seus ouvidos se abriram, sua língua se soltou, e ele falava claramente.
35και ευθεωσ διηνοιχθησαν αυτου αι ακοαι και ελυθη ο δεσμοσ τησ γλωσσησ αυτου και ελαλει ορθωσ
36Ele lhes ordenou que não contassem a ninguém, mas quanto mais ele lhes ordenava isso, mais eles divulgavam o que havia acontecido.
36και διεστειλατο αυτοισ ινα μηδενι ειπωσιν οσον δε αυτοσ αυτοισ διεστελλετο μαλλον περισσοτερον εκηρυσσον
37Eles ficaram profundamente admirados e diziam: “Ele tem feito tudo muito bem. Ele faz até os surdos ouvirem e os mudos falarem!”
37και υπερπερισσωσ εξεπλησσοντο λεγοντεσ καλωσ παντα πεποιηκεν και τουσ κωφουσ ποιει ακουειν και τουσ αλαλουσ λαλειν
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.