Lucas 8
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
1Logo depois, ele percorria cidades e aldeias, pregando e anunciando o evangelho do Reino de Deus. Com ele estavam os doze,
1και εγενετο εν τω καθεξησ και αυτοσ διωδευεν κατα πολιν και κωμην κηρυσσων και ευαγγελιζομενοσ την βασιλειαν του θεου και οι δωδεκα συν αυτω
2e certas mulheres que haviam sido curadas de espíritos malignos e enfermidades: Maria, chamada Madalena, da qual haviam saído sete demônios;
2και γυναικεσ τινεσ αι ησαν τεθεραπευμεναι απο πνευματων πονηρων και ασθενειων μαρια η καλουμενη μαγδαληνη αφ ησ δαιμονια επτα εξεληλυθει
3e Joana, mulher de Cuza, administrador de Herodes; Susana; e muitas outras que os serviam com os seus bens.
3και ιωαννα γυνη χουζα επιτροπου ηρωδου και σουσαννα και ετεραι πολλαι αιτινεσ διηκονουν αυτοισ απο των υπαρχοντων αυταισ
4Quando uma grande multidão se reuniu e pessoas de todas as cidades vinham a ele, ele falou por meio de uma parábola:
4συνιοντοσ δε οχλου πολλου και των κατα πολιν επιπορευομενων προσ αυτον ειπεν δια παραβολησ
5“O semeador saiu a semear a sua semente. Enquanto semeava, uma parte caiu à beira do caminho, e foi pisada, e as aves do céu a devoraram.
5εξηλθεν ο σπειρων του σπειραι τον σπορον αυτου και εν τω σπειρειν αυτον ο μεν επεσεν παρα την οδον και κατεπατηθη και τα πετεινα του ουρανου κατεφαγεν αυτο
6Outra parte caiu sobre a pedra e, assim que cresceu, secou, porque não tinha umidade.
6και ετερον επεσεν επι την πετραν και φυεν εξηρανθη δια το μη εχειν ικμαδα
7Outra caiu no meio dos espinhos, e os espinhos cresceram com ela e a sufocaram.
7και ετερον επεσεν εν μεσω των ακανθων και συμφυεισαι αι ακανθαι απεπνιξαν αυτο
8Outra caiu em boa terra, cresceu e produziu fruto a cem por um.” Dizendo estas coisas, ele exclamou: “Quem tem ouvidos para ouvir, ouça!”
8και ετερον επεσεν εισ την γην την αγαθην και φυεν εποιησεν καρπον εκατονταπλασιονα ταυτα λεγων εφωνει ο εχων ωτα ακουειν ακουετω
9Então os seus discípulos lhe perguntaram: “O que significa esta parábola?”
9επηρωτων δε αυτον οι μαθηται αυτου λεγοντεσ τισ ειη η παραβολη αυτη
10Ele disse: “A vocês é dado conhecer os mistérios do Reino de Deus, mas aos outros é dado em parábolas, para que 'vendo, não vejam, e ouvindo, não entendam.'
10ο δε ειπεν υμιν δεδοται γνωναι τα μυστηρια τησ βασιλειασ του θεου τοισ δε λοιποισ εν παραβολαισ ινα βλεποντεσ μη βλεπωσιν και ακουοντεσ μη συνιωσιν
11“A parábola é esta: A semente é a palavra de Deus.
11εστιν δε αυτη η παραβολη ο σποροσ εστιν ο λογοσ του θεου
12Os que estão à beira do caminho são os que ouvem; então vem o diabo e tira a palavra do coração deles, para que não creiam e sejam salvos.
12οι δε παρα την οδον εισιν οι ακουοντεσ ειτα ερχεται ο διαβολοσ και αιρει τον λογον απο τησ καρδιασ αυτων ινα μη πιστευσαντεσ σωθωσιν
13Os que estão sobre a pedra são os que, ouvindo, recebem a palavra com alegria; mas estes não têm raiz. Eles creem por algum tempo, e na hora da tentação se desviam.
13οι δε επι τησ πετρασ οι οταν ακουσωσιν μετα χαρασ δεχονται τον λογον και ουτοι ριζαν ουκ εχουσιν οι προσ καιρον πιστευουσιν και εν καιρω πειρασμου αφιστανται
14A semente que caiu entre os espinhos representa os que ouviram, mas, seguindo o seu caminho, são sufocados pelas preocupações, riquezas e prazeres da vida e não produzem fruto maduro.
14το δε εισ τασ ακανθασ πεσον ουτοι εισιν οι ακουσαντεσ και υπο μεριμνων και πλουτου και ηδονων του βιου πορευομενοι συμπνιγονται και ου τελεσφορουσιν
15Mas a que caiu em boa terra, estes são os que, com um coração honesto e bom, tendo ouvido a palavra, a retêm firmemente, e produzem fruto com perseverança.
15το δε εν τη καλη γη ουτοι εισιν οιτινεσ εν καρδια καλη και αγαθη ακουσαντεσ τον λογον κατεχουσιν και καρποφορουσιν εν υπομονη
16“Ninguém, depois de acender uma candeia, a cobre com um recipiente ou a coloca debaixo de uma cama; mas a coloca num suporte, para que os que entram vejam a luz.
16ουδεισ δε λυχνον αψασ καλυπτει αυτον σκευει η υποκατω κλινησ τιθησιν αλλ επι λυχνιασ επιτιθησιν ινα οι εισπορευομενοι βλεπωσιν το φωσ
17Pois não há nada oculto que não venha a ser revelado, nem nada em segredo que não venha a ser conhecido e trazido à luz.
17ου γαρ εστιν κρυπτον ο ου φανερον γενησεται ουδε αποκρυφον ο ου γνωσθησεται και εισ φανερον ελθη
18Portanto, prestem atenção em como vocês ouvem. Pois a quem tem, lhe será dado; e a quem não tem, até o que pensa ter lhe será tirado.”
18βλεπετε ουν πωσ ακουετε οσ γαρ εαν εχη δοθησεται αυτω και οσ εαν μη εχη και ο δοκει εχειν αρθησεται απ αυτου
19A mãe e os irmãos dele vieram até ele, e não conseguiam se aproximar dele por causa da multidão.
19παρεγενοντο δε προσ αυτον η μητηρ και οι αδελφοι αυτου και ουκ ηδυναντο συντυχειν αυτω δια τον οχλον
20Algumas pessoas lhe disseram: “Tua mãe e teus irmãos estão lá fora, desejando te ver.”
20και απηγγελη αυτω λεγοντων η μητηρ σου και οι αδελφοι σου εστηκασιν εξω ιδειν σε θελοντεσ
21Mas ele lhes respondeu: “Minha mãe e meus irmãos são estes que ouvem a palavra de Deus e a praticam.”
21ο δε αποκριθεισ ειπεν προσ αυτουσ μητηρ μου και αδελφοι μου ουτοι εισιν οι τον λογον του θεου ακουοντεσ και ποιουντεσ αυτον
22Aconteceu que, num daqueles dias, ele entrou num barco, ele e os seus discípulos, e disse-lhes: “Vamos passar para o outro lado do lago.” Então eles partiram.
22και εγενετο εν μια των ημερων και αυτοσ ενεβη εισ πλοιον και οι μαθηται αυτου και ειπεν προσ αυτουσ διελθωμεν εισ το περαν τησ λιμνησ και ανηχθησαν
23Mas, enquanto navegavam, ele adormeceu. Uma tempestade de vento desceu sobre o lago, e o barco estava se enchendo de água, colocando-os em perigo.
23πλεοντων δε αυτων αφυπνωσεν και κατεβη λαιλαψ ανεμου εισ την λιμνην και συνεπληρουντο και εκινδυνευον
24Eles se aproximaram dele e o acordaram, dizendo: “Mestre, Mestre, estamos perecendo!” Ele acordou e repreendeu o vento e a fúria da água; então eles cessaram, e houve calmaria.
24προσελθοντεσ δε διηγειραν αυτον λεγοντεσ επιστατα επιστατα απολλυμεθα ο δε εγερθεισ επετιμησεν τω ανεμω και τω κλυδωνι του υδατοσ και επαυσαντο και εγενετο γαληνη
25Ele lhes disse: “Onde está a fé de vocês?” Com medo, eles se admiraram, dizendo uns aos outros: “Quem é este, então, que comanda até os ventos e a água, e eles lhe obedecem?”
25ειπεν δε αυτοισ που εστιν η πιστισ υμων φοβηθεντεσ δε εθαυμασαν λεγοντεσ προσ αλληλουσ τισ αρα ουτοσ εστιν οτι και τοισ ανεμοισ επιτασσει και τω υδατι και υπακουουσιν αυτω
26Então eles chegaram à região dos gadarenos, que fica em frente à Galileia.
26και κατεπλευσαν εισ την χωραν των γαδαρηνων ητισ εστιν αντιπεραν τησ γαλιλαιασ
27Quando Jesus desceu em terra, um certo homem da cidade, que tinha demônios há muito tempo, veio ao seu encontro. Ele não vestia roupas e não morava em uma casa, mas nos sepulcros.
27εξελθοντι δε αυτω επι την γην υπηντησεν αυτω ανηρ τισ εκ τησ πολεωσ οσ ειχεν δαιμονια εκ χρονων ικανων και ιματιον ουκ ενεδιδυσκετο και εν οικια ουκ εμενεν αλλ εν τοισ μνημασιν
28Quando ele viu Jesus, gritou, prostrou-se diante dele e disse em alta voz: “O que tenho a ver com você, Jesus, Filho do Deus Altíssimo? Eu lhe imploro: não me atormente!”
28ιδων δε τον ιησουν και ανακραξασ προσεπεσεν αυτω και φωνη μεγαλη ειπεν τι εμοι και σοι ιησου υιε του θεου του υψιστου δεομαι σου μη με βασανισησ
29Pois Jesus estava ordenando que o espírito imundo saísse do homem. Pois o espírito imundo muitas vezes havia se apoderado do homem. Ele era mantido sob guarda e preso com correntes e grilhões. Quebrando as amarras, ele era impelido pelo demônio para o deserto.
29παρηγγειλεν γαρ τω πνευματι τω ακαθαρτω εξελθειν απο του ανθρωπου πολλοισ γαρ χρονοισ συνηρπακει αυτον και εδεσμειτο αλυσεσιν και πεδαισ φυλασσομενοσ και διαρρησσων τα δεσμα ηλαυνετο υπο του δαιμονοσ εισ τασ ερημουσ
30Jesus lhe perguntou: “Qual é o seu nome?” Ele disse: “Legião”, pois muitos demônios haviam entrado nele.
30επηρωτησεν δε αυτον ο ιησουσ λεγων τι σοι εστιν ονομα ο δε ειπεν λεγεων οτι δαιμονια πολλα εισηλθεν εισ αυτον
31Eles lhe imploravam que não lhes ordenasse ir para o abismo.
31και παρεκαλει αυτον ινα μη επιταξη αυτοισ εισ την αβυσσον απελθειν
32Ora, havia ali uma manada de muitos porcos pastando no monte, e eles lhe imploraram que lhes permitisse entrar neles. Então ele lhes permitiu.
32ην δε εκει αγελη χοιρων ικανων βοσκομενων εν τω ορει και παρεκαλουν αυτον ινα επιτρεψη αυτοισ εισ εκεινουσ εισελθειν και επετρεψεν αυτοισ
33Os demônios saíram do homem e entraram nos porcos, e a manada precipitou-se pelo despenhadeiro para dentro do lago e se afogou.
33εξελθοντα δε τα δαιμονια απο του ανθρωπου εισηλθον εισ τουσ χοιρουσ και ωρμησεν η αγελη κατα του κρημνου εισ την λιμνην και απεπνιγη
34Quando os que os cuidavam viram o que havia acontecido, fugiram e anunciaram isso na cidade e nos campos.
34ιδοντεσ δε οι βοσκοντεσ το γεγενημενον εφυγον και απηγγειλαν εισ την πολιν και εισ τουσ αγρουσ
35As pessoas saíram para ver o que havia acontecido. Elas vieram a Jesus e encontraram o homem de quem os demônios haviam saído, sentado aos pés de Jesus, vestido e em perfeito juízo; e ficaram com medo.
35εξηλθον δε ιδειν το γεγονοσ και ηλθον προσ τον ιησουν και ευρον καθημενον τον ανθρωπον αφ ου τα δαιμονια εξεληλυθει ιματισμενον και σωφρονουντα παρα τουσ ποδασ του ιησου και εφοβηθησαν
36Os que viram isso lhes contaram como aquele que havia sido possesso por demônios foi curado.
36απηγγειλαν δε αυτοισ και οι ιδοντεσ πωσ εσωθη ο δαιμονισθεισ
37Todo o povo da região vizinha dos gadarenos pediu-lhe que se retirasse deles, pois estavam com muito medo. Então ele entrou no barco e voltou.
37και ηρωτησαν αυτον απαν το πληθοσ τησ περιχωρου των γαδαρηνων απελθειν απ αυτων οτι φοβω μεγαλω συνειχοντο αυτοσ δε εμβασ εισ το πλοιον υπεστρεψεν
38Mas o homem de quem os demônios haviam saído implorava que o deixasse ir com ele; porém, Jesus o despediu, dizendo:
38εδεετο δε αυτου ο ανηρ αφ ου εξεληλυθει τα δαιμονια ειναι συν αυτω απελυσεν δε αυτον ο ιησουσ λεγων
39“Volte para a sua casa e anuncie as grandes coisas que Deus fez por você.” Ele seguiu o seu caminho, proclamando por toda a cidade as grandes coisas que Jesus havia feito por ele.
39υποστρεφε εισ τον οικον σου και διηγου οσα εποιησεν σοι ο θεοσ και απηλθεν καθ ολην την πολιν κηρυσσων οσα εποιησεν αυτω ο ιησουσ
40Quando Jesus voltou, a multidão o recebeu com alegria, pois todos estavam esperando por ele.
40εγενετο δε εν τω υποστρεψαι τον ιησουν απεδεξατο αυτον ο οχλοσ ησαν γαρ παντεσ προσδοκωντεσ αυτον
41Eis que veio um homem chamado Jairo. Ele era um dos líderes da sinagoga. Ele se prostrou aos pés de Jesus e lhe implorou que fosse à sua casa,
41και ιδου ηλθεν ανηρ ω ονομα ιαειροσ και αυτοσ αρχων τησ συναγωγησ υπηρχεν και πεσων παρα τουσ ποδασ του ιησου παρεκαλει αυτον εισελθειν εισ τον οικον αυτου
42pois ele tinha uma filha unigênita, de cerca de doze anos de idade, e ela estava morrendo. Mas, enquanto ele ia, as multidões o apertavam.
42οτι θυγατηρ μονογενησ ην αυτω ωσ ετων δωδεκα και αυτη απεθνησκεν εν δε τω υπαγειν αυτον οι οχλοι συνεπνιγον αυτον
43Uma mulher que tinha um fluxo de sangue havia doze anos, que tinha gasto todo o seu sustento com médicos e não pôde ser curada por nenhum deles,
43και γυνη ουσα εν ρυσει αιματοσ απο ετων δωδεκα ητισ ιατροισ προσαναλωσασα ολον τον βιον ουκ ισχυσεν υπ ουδενοσ θεραπευθηναι
44aproximou-se por trás dele e tocou na orla do seu manto. Imediatamente o seu fluxo de sangue parou.
44προσελθουσα οπισθεν ηψατο του κρασπεδου του ιματιου αυτου και παραχρημα εστη η ρυσισ του αιματοσ αυτησ
45Jesus disse: “Quem me tocou?” Como todos negassem, Pedro e os que estavam com ele disseram: “Mestre, as multidões te apertam e te empurram, e tu dizes: 'Quem me tocou?' ”
45και ειπεν ο ιησουσ τισ ο αψαμενοσ μου αρνουμενων δε παντων ειπεν ο πετροσ και οι μετ αυτου επιστατα οι οχλοι συνεχουσιν σε και αποθλιβουσιν και λεγεισ τισ ο αψαμενοσ μου
46Mas Jesus disse: “Alguém me tocou, pois eu percebi que de mim saiu poder.”
46ο δε ιησουσ ειπεν ηψατο μου τισ εγω γαρ εγνων δυναμιν εξελθουσαν απ εμου
47Quando a mulher viu que não tinha passado despercebida, ela veio tremendo; e, prostrando-se diante dele, declarou-lhe na presença de todo o povo o motivo pelo qual o havia tocado, e como fora curada imediatamente.
47ιδουσα δε η γυνη οτι ουκ ελαθεν τρεμουσα ηλθεν και προσπεσουσα αυτω δι ην αιτιαν ηψατο αυτου απηγγειλεν αυτω ενωπιον παντοσ του λαου και ωσ ιαθη παραχρημα
48Ele lhe disse: “Filha, tenha ânimo. A sua fé a curou. Vá em paz.”
48ο δε ειπεν αυτη θαρσει θυγατερ η πιστισ σου σεσωκεν σε πορευου εισ ειρηνην
49Enquanto ele ainda falava, chegou alguém da casa do líder da sinagoga, dizendo-lhe: “Sua filha está morta. Não incomode o Mestre.”
49ετι αυτου λαλουντοσ ερχεται τισ παρα του αρχισυναγωγου λεγων αυτω οτι τεθνηκεν η θυγατηρ σου μη σκυλλε τον διδασκαλον
50Mas Jesus, ouvindo isso, respondeu-lhe: “Não tenha medo. Apenas creia, e ela será curada.”
50ο δε ιησουσ ακουσασ απεκριθη αυτω λεγων μη φοβου μονον πιστευε και σωθησεται
51Quando ele chegou à casa, não permitiu que ninguém entrasse, exceto Pedro, João, Tiago, o pai da criança e a mãe dela.
51ελθων δε εισ την οικιαν ουκ αφηκεν εισελθειν ουδενα ει μη πετρον και ιωαννην και ιακωβον και τον πατερα τησ παιδοσ και την μητερα
52Todos estavam chorando e lamentando por ela, mas ele disse: “Não chorem. Ela não está morta, mas dormindo.”
52εκλαιον δε παντεσ και εκοπτοντο αυτην ο δε ειπεν μη κλαιετε ουκ απεθανεν αλλα καθευδει
53Eles zombavam dele, sabendo que ela estava morta.
53και κατεγελων αυτου ειδοτεσ οτι απεθανεν
54Mas ele os colocou todos para fora, e tomando-a pela mão, chamou-a, dizendo: “Menina, levante-se!”
54αυτοσ δε εκβαλων εξω παντασ και κρατησασ τησ χειροσ αυτησ εφωνησεν λεγων η παισ εγειρου
55O espírito dela retornou, e ela se levantou imediatamente. Ele ordenou que lhe dessem algo para comer.
55και επεστρεψεν το πνευμα αυτησ και ανεστη παραχρημα και διεταξεν αυτη δοθηναι φαγειν
56Os pais dela ficaram maravilhados, mas ele lhes ordenou que não contassem a ninguém o que havia acontecido.
56και εξεστησαν οι γονεισ αυτησ ο δε παρηγγειλεν αυτοισ μηδενι ειπειν το γεγονοσ
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.