ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 6
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)Original language
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
Bíblia Portuguesa Mundial (Brazilian Portuguese)
1εγενετο δε εν σαββατω δευτεροπρωτω διαπορευεσθαι αυτον δια των σποριμων και ετιλλον οι μαθηται αυτου τουσ σταχυασ και ησθιον ψωχοντεσ ταισ χερσιν
1Aconteceu que, no segundo sábado após o primeiro, ele estava passando pelas searas. Seus discípulos colhiam as espigas e as comiam, debulhando-as com as mãos.
2τινεσ δε των φαρισαιων ειπον αυτοισ τι ποιειτε ο ουκ εξεστιν ποιειν εν τοισ σαββασιν
2Mas alguns dos fariseus lhes disseram: “Por que vocês fazem o que não é lícito fazer no dia de sábado?”
3και αποκριθεισ προσ αυτουσ ειπεν ο ιησουσ ουδε τουτο ανεγνωτε ο εποιησεν δαυιδ οποτε επεινασεν αυτοσ και οι μετ αυτου οντεσ
3Jesus, respondendo-lhes, disse: “Vocês não leram o que Davi fez quando teve fome, ele e os que estavam com ele,
4ωσ εισηλθεν εισ τον οικον του θεου και τουσ αρτουσ τησ προθεσεωσ ελαβεν και εφαγεν και εδωκεν και τοισ μετ αυτου ουσ ουκ εξεστιν φαγειν ει μη μονουσ τουσ ιερεισ
4como ele entrou na casa de Deus, tomou e comeu os pães da proposição, e também deu aos que estavam com ele, os quais não é lícito comer, a não ser somente aos sacerdotes?”
5και ελεγεν αυτοισ οτι κυριοσ εστιν ο υιοσ του ανθρωπου και του σαββατου
5Ele lhes disse: “O Filho do Homem é senhor do sábado.”
6εγενετο δε και εν ετερω σαββατω εισελθειν αυτον εισ την συναγωγην και διδασκειν και ην εκει ανθρωποσ και η χειρ αυτου η δεξια ην ξηρα
6Aconteceu também em outro sábado que ele entrou na sinagoga e ensinava. Havia ali um homem cuja mão direita era ressequida.
7παρετηρουν δε οι γραμματεισ και οι φαρισαιοι ει εν τω σαββατω θεραπευσει ινα ευρωσιν κατηγοριαν αυτου
7Os escribas e os fariseus o observavam, para ver se ele curaria no sábado, a fim de encontrarem uma acusação contra ele.
8αυτοσ δε ηδει τουσ διαλογισμουσ αυτων και ειπεν τω ανθρωπω τω ξηραν εχοντι την χειρα εγειραι και στηθι εισ το μεσον ο δε αναστασ εστη
8Mas ele conhecia os pensamentos deles; e disse ao homem que tinha a mão ressequida: “Levante-se e fique em pé no meio.” Ele se levantou e ficou em pé.
9ειπεν ουν ο ιησουσ προσ αυτουσ επερωτησω υμασ τι εξεστιν τοισ σαββασιν αγαθοποιησαι η κακοποιησαι ψυχην σωσαι η αποκτειναι
9Então Jesus lhes disse: “Vou lhes perguntar uma coisa: É lícito no sábado fazer o bem ou fazer o mal? Salvar uma vida ou matar?”
10και περιβλεψαμενοσ παντασ αυτουσ ειπεν αυτω εκτεινον την χειρα σου ο δε εποιησεν και αποκατεσταθη η χειρ αυτου υγιησ ωσ η αλλη
10Ele olhou ao redor para todos eles, e disse ao homem: “Estenda a sua mão.” Ele o fez, e a sua mão foi restaurada, tão sã quanto a outra.
11αυτοι δε επλησθησαν ανοιασ και διελαλουν προσ αλληλουσ τι αν ποιησειαν τω ιησου
11Mas eles se encheram de furor, e discutiam entre si sobre o que poderiam fazer a Jesus.
12εγενετο δε εν ταισ ημεραισ ταυταισ εξηλθεν εισ το οροσ προσευξασθαι και ην διανυκτερευων εν τη προσευχη του θεου
12Naqueles dias, ele retirou-se para o monte a fim de orar, e passou a noite toda em oração a Deus.
13και οτε εγενετο ημερα προσεφωνησεν τουσ μαθητασ αυτου και εκλεξαμενοσ απ αυτων δωδεκα ουσ και αποστολουσ ωνομασεν
13Quando amanheceu, chamou seus discípulos, e escolheu doze dentre eles, aos quais também chamou apóstolos:
14σιμωνα ον και ωνομασεν πετρον και ανδρεαν τον αδελφον αυτου ιακωβον και ιωαννην φιλιππον και βαρθολομαιον
14Simão, a quem também chamou Pedro; André, seu irmão; Tiago; João; Filipe; Bartolomeu;
15ματθαιον και θωμαν ιακωβον τον του αλφαιου και σιμωνα τον καλουμενον ζηλωτην
15Mateus; Tomé; Tiago, filho de Alfeu; Simão, que era chamado o Zelote;
16ιουδαν ιακωβου και ιουδαν ισκαριωτην οσ και εγενετο προδοτησ
16Judas, filho de Tiago; e Judas Iscariotes, que também se tornou o traidor.
17και καταβασ μετ αυτων εστη επι τοπου πεδινου και οχλοσ μαθητων αυτου και πληθοσ πολυ του λαου απο πασησ τησ ιουδαιασ και ιερουσαλημ και τησ παραλιου τυρου και σιδωνοσ οι ηλθον ακουσαι αυτου και ιαθηναι απο των νοσων αυτων
17Ele desceu com eles e parou num lugar plano, com uma multidão de seus discípulos e um grande número de pessoas de toda a Judeia e Jerusalém, e do litoral de Tiro e Sidom, que vieram para ouvi-lo e serem curados de suas doenças,
18και οι οχλουμενοι υπο πνευματων ακαθαρτων και εθεραπευοντο
18bem como os que eram atormentados por espíritos imundos; e eles eram curados.
19και πασ ο οχλοσ εζητει απτεσθαι αυτου οτι δυναμισ παρ αυτου εξηρχετο και ιατο παντασ
19Toda a multidão procurava tocá-lo, pois dele saía poder e curava a todos.
20και αυτοσ επαρασ τουσ οφθαλμουσ αυτου εισ τουσ μαθητασ αυτου ελεγεν μακαριοι οι πτωχοι οτι υμετερα εστιν η βασιλεια του θεου
20Ele levantou os olhos para os seus discípulos e disse: “Bem-aventurados são vocês, os pobres, pois o Reino de Deus é de vocês.
21μακαριοι οι πεινωντεσ νυν οτι χορτασθησεσθε μακαριοι οι κλαιοντεσ νυν οτι γελασετε
21Bem-aventurados são vocês que agora têm fome, pois serão fartos. Bem-aventurados são vocês que agora choram, pois vocês rirão.
22μακαριοι εστε οταν μισησωσιν υμασ οι ανθρωποι και οταν αφορισωσιν υμασ και ονειδισωσιν και εκβαλωσιν το ονομα υμων ωσ πονηρον ενεκα του υιου του ανθρωπου
22Bem-aventurados são vocês quando os homens os odiarem, e quando os excluírem e os insultarem, e rejeitarem o nome de vocês como mau, por causa do Filho do Homem.
23χαρητε εν εκεινη τη ημερα και σκιρτησατε ιδου γαρ ο μισθοσ υμων πολυσ εν τω ουρανω κατα ταυτα γαρ εποιουν τοισ προφηταισ οι πατερεσ αυτων
23Alegrem-se naquele dia e saltem de alegria, pois eis que a recompensa de vocês é grande no céu, porque os pais deles fizeram a mesma coisa aos profetas.
24πλην ουαι υμιν τοισ πλουσιοισ οτι απεχετε την παρακλησιν υμων
24“Mas ai de vocês que são ricos! Pois vocês já receberam a sua consolação.
25ουαι υμιν οι εμπεπλησμενοι οτι πεινασετε ουαι υμιν οι γελωντεσ νυν οτι πενθησετε και κλαυσετε
25Ai de vocês, que agora estão fartos, pois terão fome. Ai de vocês que agora riem, pois irão lamentar e chorar.
26ουαι οταν καλωσ υμασ ειπωσιν οι ανθρωποι κατα ταυτα γαρ εποιουν τοισ ψευδοπροφηταισ οι πατερεσ αυτων
26Ai, quando homens falarem bem de vocês, pois os pais deles fizeram a mesma coisa aos falsos profetas.
27αλλ υμιν λεγω τοισ ακουουσιν αγαπατε τουσ εχθρουσ υμων καλωσ ποιειτε τοισ μισουσιν υμασ
27“Mas eu digo a vocês que estão ouvindo: amem os seus inimigos, façam o bem aos que os odeiam,
28ευλογειτε τουσ καταρωμενουσ υμιν προσευχεσθε υπερ των επηρεαζοντων υμασ
28abençoem os que os amaldiçoam, e orem por aqueles que os maltratam.
29τω τυπτοντι σε επι την σιαγονα παρεχε και την αλλην και απο του αιροντοσ σου το ιματιον και τον χιτωνα μη κωλυσησ
29Àquele que bater em um lado do seu rosto, ofereça também o outro; e àquele que tirar a sua capa, não o impeça de levar também a túnica.
30παντι δε τω αιτουντι σε διδου και απο του αιροντοσ τα σα μη απαιτει
30Dê a todo o que lhe pedir, e àquele que levar os seus bens, não os peça de volta.
31και καθωσ θελετε ινα ποιωσιν υμιν οι ανθρωποι και υμεισ ποιειτε αυτοισ ομοιωσ
31“Façam às pessoas exatamente o que vocês gostariam que elas fizessem a vocês.
32και ει αγαπατε τουσ αγαπωντασ υμασ ποια υμιν χαρισ εστιν και γαρ οι αμαρτωλοι τουσ αγαπωντασ αυτουσ αγαπωσιν
32“Se vocês amam aos que os amam, que mérito há nisso? Pois até os pecadores amam aos que os amam.
33και εαν αγαθοποιητε τουσ αγαθοποιουντασ υμασ ποια υμιν χαρισ εστιν και γαρ οι αμαρτωλοι το αυτο ποιουσιν
33Se fizerem o bem aos que lhes fazem o bem, que mérito há nisso? Pois até os pecadores fazem o mesmo.
34και εαν δανειζητε παρ ων ελπιζετε απολαβειν ποια υμιν χαρισ εστιν και γαρ αμαρτωλοι αμαρτωλοισ δανειζουσιν ινα απολαβωσιν τα ισα
34Se emprestarem àqueles de quem esperam receber, que mérito há nisso? Até os pecadores emprestam aos pecadores, para receberem de volta a mesma quantia.
35πλην αγαπατε τουσ εχθρουσ υμων και αγαθοποιειτε και δανειζετε μηδεν απελπιζοντεσ και εσται ο μισθοσ υμων πολυσ και εσεσθε υιοι υψιστου οτι αυτοσ χρηστοσ εστιν επι τουσ αχαριστουσ και πονηρουσ
35Mas amem os seus inimigos, e façam o bem, e emprestem, sem esperar nada em troca; e a recompensa de vocês será grande, e vocês serão filhos do Altíssimo; pois ele é bondoso para com os ingratos e maus.
36γινεσθε ουν οικτιρμονεσ καθωσ και ο πατηρ υμων οικτιρμων εστιν
36“Portanto, sejam misericordiosos, assim como o Pai de vocês também é misericordioso.
37και μη κρινετε και ου μη κριθητε μη καταδικαζετε και ου μη καταδικασθητε απολυετε και απολυθησεσθε
37Não julguem, e vocês não serão julgados. Não condenem, e vocês não serão condenados. Perdoem, e vocês serão perdoados.
38διδοτε και δοθησεται υμιν μετρον καλον πεπιεσμενον και σεσαλευμενον και υπερεκχυνομενον δωσουσιν εισ τον κολπον υμων τω γαρ αυτω μετρω ω μετρειτε αντιμετρηθησεται υμιν
38“Deem, e lhes será dado: boa medida, recalcada, sacudida e transbordante, será dada a vocês. Pois com a mesma medida com que medirem, também serão medidos.”
39ειπεν δε παραβολην αυτοισ μητι δυναται τυφλοσ τυφλον οδηγειν ουχι αμφοτεροι εισ βοθυνον πεσουνται
39Ele lhes contou uma parábola. “Pode um cego guiar outro cego? Não cairão ambos num buraco?
40ουκ εστιν μαθητησ υπερ τον διδασκαλον αυτου κατηρτισμενοσ δε πασ εσται ωσ ο διδασκαλοσ αυτου
40O discípulo não está acima do seu mestre, mas todo aquele que for totalmente treinado será como o seu mestre.
41τι δε βλεπεισ το καρφοσ το εν τω οφθαλμω του αδελφου σου την δε δοκον την εν τω ιδιω οφθαλμω ου κατανοεισ
41Por que você repara no cisco que está no olho do seu irmão, mas não considera a trave que está no seu próprio olho?
42η πωσ δυνασαι λεγειν τω αδελφω σου αδελφε αφεσ εκβαλω το καρφοσ το εν τω οφθαλμω σου αυτοσ την εν τω οφθαλμω σου δοκον ου βλεπων υποκριτα εκβαλε πρωτον την δοκον εκ του οφθαλμου σου και τοτε διαβλεψεισ εκβαλειν το καρφοσ το εν τω οφθαλμω του αδελφου σου
42Ou como você pode dizer ao seu irmão: ‘Irmão, deixe-me tirar o cisco que está no seu olho’, quando você mesmo não vê a trave que está no seu próprio olho? Hipócrita! Tire primeiro a trave do seu próprio olho, e então você verá claramente para tirar o cisco que está no olho do seu irmão.
43ου γαρ εστιν δενδρον καλον ποιουν καρπον σαπρον ουδε δενδρον σαπρον ποιουν καρπον καλον
43“Pois não há árvore boa que produza fruto ruim, nem tampouco árvore ruim que produza fruto bom.
44εκαστον γαρ δενδρον εκ του ιδιου καρπου γινωσκεται ου γαρ εξ ακανθων συλλεγουσιν συκα ουδε εκ βατου τρυγωσιν σταφυλην
44Pois cada árvore é conhecida pelo seu próprio fruto. Porque as pessoas não colhem figos de espinheiros, nem colhem uvas de um pé de sarça.
45ο αγαθοσ ανθρωποσ εκ του αγαθου θησαυρου τησ καρδιασ αυτου προφερει το αγαθον και ο πονηροσ ανθρωποσ εκ του πονηρου θησαυρου τησ καρδιασ αυτου προφερει το πονηρον εκ γαρ του περισσευματοσ τησ καρδιασ λαλει το στομα αυτου
45O homem bom, do bom tesouro do seu coração, tira o que é bom, e o homem mau, do mau tesouro do seu coração, tira o que é mau, pois da abundância do coração fala a sua boca.
46τι δε με καλειτε κυριε κυριε και ου ποιειτε α λεγω
46“Por que vocês me chamam: ‘Senhor, Senhor’, e não fazem o que eu digo?
47πασ ο ερχομενοσ προσ με και ακουων μου των λογων και ποιων αυτουσ υποδειξω υμιν τινι εστιν ομοιοσ
47Todo aquele que vem a mim, ouve as minhas palavras e as pratica, eu lhes mostrarei a quem é semelhante.
48ομοιοσ εστιν ανθρωπω οικοδομουντι οικιαν οσ εσκαψεν και εβαθυνεν και εθηκεν θεμελιον επι την πετραν πλημμυρασ δε γενομενησ προσερρηξεν ο ποταμοσ τη οικια εκεινη και ουκ ισχυσεν σαλευσαι αυτην τεθεμελιωτο γαρ επι την πετραν
48Ele é semelhante a um homem que, construindo uma casa, cavou, foi fundo e lançou o alicerce sobre a rocha. Quando veio uma enchente, a correnteza bateu contra aquela casa, e não pôde abalá-la, porque estava fundada sobre a rocha.
49ο δε ακουσασ και μη ποιησασ ομοιοσ εστιν ανθρωπω οικοδομησαντι οικιαν επι την γην χωρισ θεμελιου η προσερρηξεν ο ποταμοσ και ευθεωσ επεσεν και εγενετο το ρηγμα τησ οικιασ εκεινησ μεγα
49Mas aquele que ouve e não pratica, é semelhante a um homem que construiu uma casa sobre a terra, sem alicerce, contra a qual a correnteza bateu, e logo ela caiu; e foi grande a ruína daquela casa.”
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.