Apocalisse 12
Diodati Bibbia 1885Translation
Diodati Bibbia 1885
Greek New Testament: Byzantine Text (Robinson–Pierpont 2018)
1POI apparve un gran segno nel cielo: una donna intorniata del sole, di sotto a' cui piedi era la luna, e sopra la cui testa era una corona di dodici stelle.
1και σημειον μεγα ωφθη εν τω ουρανω γυνη περιβεβλημενη τον ηλιον και η σεληνη υποκατω των ποδων αυτησ και επι τησ κεφαλησ αυτησ στεφανοσ αστερων δωδεκα
2Ed essendo incinta, gridava, sentendo i dolori del parto, e travagliava da partorire.
2και εν γαστρι εχουσα εκραζεν ωδινουσα και βασανιζομενη τεκειν
3Apparve ancora un altro segno nel cielo. Ed ecco un gran dragone rosso, che avea sette teste, e dieci corna; e in su le sue teste v'erano sette diademi.
3και ωφθη αλλο σημειον εν τω ουρανω και ιδου δρακων πυροσ μεγασ εχων κεφαλασ επτα και κερατα δεκα και επι τασ κεφαλασ αυτου επτα διαδηματα
4E la sua coda strascinava dietro a sè la terza parte delle stelle del cielo, ed egli le gettò in terra. E il dragone si fermò davanti alla donna che avea da partorire, acciocchè, quando avesse partorito, egli divorasse il suo figliuolo.
4και η ουρα αυτου συρει το τριτον των αστερων του ουρανου και εβαλεν αυτουσ εισ την γην και ο δρακων εστηκεν ενωπιον τησ γυναικοσ τησ μελλουσησ τεκειν ινα οταν τεκη το τεκνον αυτησ καταφαγη
5Ed ella partorì un figliuol maschio, il quale ha da reggere tutte le nazioni con verga di ferro; e il figliuol d'essa fu rapito, e portato appresso a Dio, ed appresso al suo trono.
5και ετεκεν υιον αρρενα οσ μελλει ποιμαινειν παντα τα εθνη εν ραβδω σιδηρα και ηρπασθη το τεκνον αυτησ προσ τον θεον και προσ τον θρονον αυτου
6E la donna fuggì nel deserto, dove ha un luogo apparecchiato da Dio, acciocchè sia quivi nudrita milledugensessanta giorni.
6και η γυνη εφυγεν εισ την ερημον οπου εχει εκει τοπον ητοιμασμενον υπο του θεου ινα εκει εκτρεφωσιν αυτην ημερασ χιλιασ διακοσιασ εξηκοντα
7E si fece battaglia nel cielo; Michele, e i suoi angeli, combatterono col dragone; il dragone parimente, e i suoi angeli, combatterono.
7και εγενετο πολεμοσ εν τω ουρανω ο μιχαηλ και οι αγγελοι αυτου πολεμησαι μετα του δρακοντοσ και ο δρακων επολεμησεν και οι αγγελοι αυτου
8Ma non vinsero, e il luogo loro non fu più trovato nel cielo.
8και ουκ ισχυσεν ουδε τοποσ ευρεθη αυτω ετι εν τω ουρανω
9E il gran dragone, il serpente antico, che è chiamato Diavolo e Satana, il qual seduce tutto il mondo, fu gettato in terra; e furono con lui gettati ancora i suoi angeli.
9και εβληθη ο δρακων ο μεγασ ο οφισ ο αρχαιοσ ο καλουμενοσ διαβολοσ και σατανασ ο πλανων την οικουμενην ολην εβληθη εισ την γην και οι αγγελοι αυτου μετ αυτου εβληθησαν
10Ed io udii una gran voce nel cielo, che diceva: Ora è venuta ad esser dell'Iddio nostro la salute, e la potenza, e il regno; e la podestà del suo Cristo; perciocchè è stato gettato a basso l'accusatore de' nostri fratelli, il quale li accusava davanti all'Iddio nostro, giorno e notte.
10και ηκουσα φωνην μεγαλην εν τω ουρανω λεγουσαν αρτι εγενετο η σωτηρια και η δυναμισ και η βασιλεια του θεου ημων και η εξουσια του χριστου αυτου οτι εβληθη ο κατηγοροσ των αδελφων ημων ο κατηγορων αυτων ενωπιον του θεου ημων ημερασ και νυκτοσ
11Ma essi l'hanno vinto per il sangue dell'Agnello, e per la parola della loro testimonianza; e non hanno amata la vita loro; fin là, che l'hanno esposta alla morte.
11και αυτοι ενικησαν αυτον δια το αιμα του αρνιου και δια τον λογον τησ μαρτυριασ αυτων και ουκ ηγαπησαν την ψυχην αυτων αχρι θανατου
12Perciò, rallegratevi, o cieli, e voi che abitate in essi. Guai a voi , terra, e mare! perciocchè il Diavolo è disceso a voi, avendo grande ira, sapendo che egli ha poco tempo.
12δια τουτο ευφραινεσθε ουρανοι και οι εν αυτοισ σκηνουντεσ ουαι τη γη και τη θαλασση οτι κατεβη ο διαβολοσ προσ υμασ εχων θυμον μεγαν ειδωσ οτι ολιγον καιρον εχει
13E quando il dragone vide ch'egli era stato gettato in terra, perseguitò la donna, che avea partorito il figliuol maschio.
13και οτε ειδεν ο δρακων οτι εβληθη εισ την γην εδιωξεν την γυναικα ητισ ετεκεν τον αρρενα
14Ma furono date alla donna due ale della grande aquila, acciocchè se ne volasse d'innanzi al serpente nel deserto, nel suo luogo, per esser quivi nudrita un tempo, de' tempi, e la metà d'un tempo.
14και εδοθησαν τη γυναικι δυο πτερυγεσ του αετου του μεγαλου ινα πετηται εισ την ερημον εισ τον τοπον αυτησ οπωσ τρεφηται εκει καιρον και καιρουσ και ημισυ καιρου απο προσωπου του οφεωσ
15E il serpente gettò dalla sua bocca, dietro alla donna, dell'acqua, a guisa di fiume; per far che il fiume la portasse via.
15και εβαλεν ο οφισ εκ του στοματοσ αυτου οπισω τησ γυναικοσ υδωρ ωσ ποταμον ινα αυτην ποταμοφορητον ποιηση
16Ma la terra soccorse la donna; e la terra aperse la sua bocca, ed assorbì il fiume, che il dragone avea gettato della sua bocca.
16και εβοηθησεν η γη τη γυναικι και ηνοιξεν η γη το στομα αυτησ και κατεπιεν τον ποταμον ον εβαλεν ο δρακων εκ του στοματοσ αυτου
17E il dragone si adirò contro alla donna, e se ne andò a far guerra col rimanente della progenie d'essa, che serba i comandamenti di Dio, ed ha la testimonianza di Gesù Cristo.
17και ωργισθη ο δρακων επι τη γυναικι και απηλθεν ποιησαι πολεμον μετα των λοιπων του σπερματοσ αυτησ των τηρουντων τασ εντολασ του θεου και εχοντων την μαρτυριαν ιησου
18Ed io mi fermai in su la rena del mare.
no verse 18 in this text
Tip: use the ← and → keys to turn chapters.